Γοργώ

Μας λέγαν μικρά παιδιά σαν ήμασταν: “Την ημέρα που ο ήλιος και η σελήνη μαζί θα κοκκινίσουν, τότε θα φύγουμε από τα σπίτια μας για πάντα.” Μας το μαθαίναν στο σχολειό, το γράφαν και οι εφημερίδες, το κουβεντιάζαν πάντα οι μεγάλοι, το αναμασάγαμε και μεις μέσα στα παιγνίδια μας και αντρειωνόμασταν με κάποιο τρόπο, περιμένοντας […]

Levante

Είχα ξεχάσει μες τη τσέπη του μαγιώ φύλλα ξερά από τη λεβάντα του κήπου. Κι έτσι όπως βούτηξα στη θάλασσα μετά, βρέθηκαν οι λεβάντες στον κόσμο του βυθού Και μοσκομύρισε ο τόπος. Και βρέθηκε ένας αχινός που τις μάζεψε μία-μία και τις πέρασε στα αγκάθια της καλής του που ήταν έτοιμη να γεννήσει. Πού να […]

Σουέζ

Ἐχθές, κατά τόν συνήθην ὁλονύκτιον ἐφιάλτην μου, ἀνελογιζόμην πώς ἡ διακοπή τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας διά τῆς διώρυγος τοῡ Σουέζ, ποσῶς ὀφείλεται εἰς τό μέγαν δεξαμενόπλοιον, τό φέρον χιλιάδας ἐμπορευματοκιβώτια, ἀλλά εἰς ὄλας ἐκείνας τᾶς μυριάδας τῶν καταποντισθεισῶν ψυχῶν εἰς ὄλα τά μήκη καί πλάτη τῶν ὠκεανῶν, τῶν πελάγων καί τῶν κλειστῶν θαλασσῶν συμπεριλαμβανομένων. Καί δέν […]

η αξία των ακινήτων

Σήμερα βγήκε ένας ήλιος·ασθενικός αλλά ζεστός. Κι έτσι όπως τον έβλεπε καθισμένος στο μπαλκόνι του, τυλιγμένος στην μάλλινη κουβέρτα, ένιωσε μια λαχτάρα να τρέξει σε ένα λιβάδι. Αλλά λιβάδια δεν υπήρχαν κοντά-δεν ήξερε αν υπήρχαν καν πια-αλλά αυτό που ήταν σίγουρο ήταν πως απαγορευόταν να τρέξει έξω χωρίς λόγο·ήταν σε κατ’οίκον περιορισμό. Όπως όλοι. Μήπως […]

τα Λιόδεντρα του Μαρουσιού

Τον κοίταζα εμβρόντητος από το απέναντι μπαλκόνι·είχε βγει χάραμα να ποτίσει τα λιγοστά του λουλούδια, Δεκέμβρη μήνα, θεόγυμνος. Δεν φάνηκε να ενοχλείται, ούτε από το κρύο, ούτε από τη δημόσια θέα·δεν σήκωσε ούτε για μια στιγμή το βλέμμα του από τις γλάστρες. Έκανε ό,τι είχε να κάνει κι εξαφανίστηκε μέσα στο διαμέρισμα. Σε λίγο άκουσα […]

Φούιτ

Πετώντας πάνω από την εγκαταλελειμμένη Αθήνα με το αερόστατο, έπαθα φούιτ και άρχισα να χάνω ύψος. Νόμιζα πως ήρθε το τέλος μου αλλά ευτυχώς λίγο πριν τη συντριβή, πιάστηκε το μπαλόνι στο δόρυ της θεάς Αθηνάς-στο Πεδίον του Άρεως- και το καλάθι έμεινε μετέωρο κανά δυο μέτρα από το έδαφος. Όταν με χίλια δυο ζόρια […]

Πυξίδα

Από το μπαλκόνι μου βλέπω τις κορυφές του Κιλιμάντζαρο να ανατέλλουν κάτασπρες και παγωμένες. Μαζί και τις πλαγιές του τις αφιλόξενες και τους πρόποδες τούς καταπράσινους, εκεί που αργοκυλάει ο ποταμός ο Νέστος, φαρδύς και απέραντος, ανάμεσα από κουφάρια αγαλμάτων- κίτρινα και θειώδη από τις στάχτες της Αίτνας, όλα με βλέμματα άδεια. Ακούω μέχρις εδώ […]

Χθες

Τη νύχτα άλλαξε ο άνεμος. Το ένιωσα στον ύπνο μου, με το μαξιλάρι μούσκεμα από τον ιδρώτα και κάτι να με σπρώχνει να πάω να δω τι γίνεται και μέσα· τι είναι αυτός ο θόρυβος, να ελέγξω πλώρα πρύμα αν είναι κάτι, αν έχουμε ξεσύρει, ή αν είναι κάποιος- -που έχω το σουγιά μου; Αλλά […]

Βόμβος

Όλη νύχτα ακούω βουή κυμάτων που σφαδάζουν και λυσσομανάνε αφρό πάνω στα βράχια, κι ανάμεσά τους ακούγεται ο Βόμβος- -μηχανής βαποριού, μια να σβήνει μια να δυναμώνει και είναι σαν να το βλέπω μια να ισορροπεί στις κορφές των κυμάτων και μια να χάνεται στις κοιλάδες τους. Μα τούτος ο Βόμβος δεν ξεμακραίνει. Τον ακούω […]

ο Πέπλος και η Λεύκα

  Ήταν αδύνατον να το αντιληφθεί κάποιος από τους περαστικούς· ίσως σε μιαν άλλη εποχή, κάποια άλλα χρόνια-παλιά κατά προτίμηση. Κι αυτό όχι για κανένα άλλον λόγο, αλλά να, οι διαβάτες σπάνια πια σήκωναν το βλέμμα ψηλά· εδώ τρόμαζαν να το σηκώσουν στο ύψος κάποιου άλλου βλέμματος, πόσω μάλλον προς τον ουρανό–ή για να είμαι πιο ακριβής, […]

H πορτοκαλί αιώρα

Είχε αποφασίσει αυτό το θερινό ηλιοστάσιο να δώσει κάποια λεφτά και να κάνει ένα παιδικό του όνειρο πραγματικότητα· να αγοράσει μια αιώρα. Ναι εντάξει, ήταν περίεργο πως τόσα χρόνια δεν τό’χε καταφέρει ή δεν είχε προλάβει ή ό,τι τέλος πάντων μπορεί να ξεφυτρώσει ως δικαιολογία σ’ αυτή την κούρσα με τον Χρόνο. Και μάλιστα για […]

ο Πίτσος

Ήταν όμορφος κι ευρύχωρος. Από αυτά τα καινούρια ψυγεία, τ’αστραφτερά. Τον είχανε φέρει πριν ένα χρόνο στο χωριό-κουβαλητό με το μουλάρι. Πώς αλλιώς; Δεν υπήρχαν δρόμοι για αυτοκίνητα στο νησί. Αυτό σαν κάπως να ταλαιπώρησε την γυαλιστερή επιφάνειά του αλλά ως εκεί-καμιά μεγάλη ζημιά. “Α, ένα μικρό βαθούλωμα στα πλευρά” έδειξε με το δάχτυλο ο […]

Όταν ξεκίνησα να βρω τον γκιώνη

Μικρός που ήμουν στο σπιτάκι πάνω στη θάλασσα, με κρατούσε ξάγρυπνο τις νύχτες· αυτός και τα γαϊδουράκια που γκάριζαν μες τον ύπνο τους. “Γιατί γκαρίζουν νυχτιάτικα;” ρωτούσα; “Όνειρα βλέπουν”, μου απαντούσαν οι μεγάλοι. Τρόμαζα μα γελούσα πολύ μ’αυτό. “Τι όνειρα να βλέπουν τα γαϊδούρια;” αναρωτιόμουν. Μα με τον ήχο του γκιώνη σφιγγόμουν. Ήταν η νύχτα. […]

Ζάχαρη

Ο καιρός είχε κρυώσει εδώ και μέρες αλλά αυτός επέμενε στη συνήθεια που είχε κάθε απόγευμα να κάθεται στον παλιό καφενέ κάτω από τα ταμπάκικα. Κλειστός από χρόνια, είχανε ξωμείνει μόνο, πάνω στο μώλο, τα μισοδιαλυμένα τραπεζάκια με τις ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες, που τις έτρωγαν όλες οι εποχές του χρόνου-μα ήλιος, μα βροχή κι αρμυρός αέρας. […]

Φόβο

ήχος Μ’αρέσει πολύ που οι περαστικοί τη Νύχτα με αποφεύγουν. Μ’αρέσει πολύ. Μ’αρέσει που τους τρομάζει ο όγκος μου, το καλυμμένο κεφάλι μου, τα πυκνά γένια μου, το βαρύ μου περπάτημα στην άσφαλτο. Μ’αρέσει που κάποιοι από αυτούς κοντοστέκονται ή αλλάζουν δρόμο. Μ’αρέσει που περπατάω στις σκιές και γίνομαι αόρατος. Και ακούω το ξάφνιασμά τους μόλις […]

η Ανάσα

(ήχος) Και κάπως έτσι μάθαμε πως είναι οι ανάσες των Λύκων. Να στέκεσαι με το πρόσωπο καλυμμένο στον παγωμένο Βοριά, να κλείνεις τα μάτια και να αναπνέεις. Μια σταγόνα αίμα να κυλάει από τη μύτη. Το χνώτο πυκνό, να περνάει μέσα από τη χοντρή πλέξη, στον αγέρα. Τα ακροδάχτυλα να καταφεύγουν τυλιγμένα στις τσέπες του επενδύτη. […]