Το μονοπάτι

Σήμερα το μεσημέρι στο μονοπάτι για τη Χώρα, συνάντησα το δεκάχρονο εαυτό μου. Ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση-όπως όλοι οι παιδικοί εαυτοί. Ήμουν βρεγμένος, χαμογελαστός και στο ένα χέρι κρατούσα μια εφημερίδα και κανά δυο περιοδικά. Το άλλο μου, παράσφιγγε τα ρέστα. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω πως με είχαν στείλει στη Χώρα για εφημερίδα […]

το καλοκαίρι που ήταν σαν όχι καλοκαίρι

Είδα το κεφάλι του να προεξέχει από τους θάμνους της πυλωτής και να κατευθύνεται προς τον κάδο των σκουπιδιών. Το βήμα του είχε κάτι σε πηδηχτό αλλά και σε σούρσιμο·το σίγουρο ήταν πως ήταν βιαστικό. Περασμένα μεσάνυχτα, ψυχή γύρω. Όπου νά’ναι θα ξεπρόβαλε από τη γωνία, εκθέτοντας και το υπόλοιπο σώμα στο αδηφάγο βλέμμα του […]

η Φυστικιά

Το μεσημέρι με πήρε ο ύπνος κάτω από μια ροδιά. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, σ’αυτή τη γειτονιά υπάρχουν μόνο νερατζιές. Άρα αποκοιμήθηκα κάτω από μία νερατζιά- “φυστικιά ήταν”, με διόρθωσε ο Νίκος. Ω, δεν έχω ξαναδεί φυστικιά. Ούτε ροδιά βέβαια. Τίποτα δεν έχω δει. Μόνο κάτι πεύκα, κάτι συκιές και κανά έλατο. Και πλατάνια […]

4

Τέσσερα χρόνια κλείνουν σήμερα που ξεκίνησαν “τα καθέκαστα”(περιλαμβάνοντας φυσικά και παλιότερα κείμενα). Σας ευχαριστώ όλους πολύ για για την παρέα. Ελπίζω να είστε υγιείς και οπλισμένοι με υπομονή. Μια καλύτερη χρονιά και μια μεγάλη αγκαλιά. Σας φιλώ, ο Κωστής

στην πλατεία του αγίου Νικολάου

Όταν ήμασταν μικροί στα Πατήσια, εκεί στην πλατεία του αγίου Νικολάου που την γέμιζαν οι φωνές και τα ποδήλατά μας, διάβαινε συχνά ένας γέρος·γέρο τουλάχιστον τονέ θυμούμαι γω. Και θεόρατο. Είχε μακριά μαλλιά και μούσια σαν τους αγίους που μας λέγανε στο κατηχητικό κι ήταν ντυμένος πάντα με ένα σακάκι τριμμένο κι ένα παντελόνι ασορτί-χειμώνα-καλοκαίρι. […]

το ιγκλού

Θέλω να βγω έξω, να σκάψω μια γούβα με τα χέρια μου στο χιόνι κι εκεί να κουλουριαστώ ολόγυμνος·να με γλυκάνει ο ύπνος, τα βλέφαρα βαριά να τρεμοπαίζουν μόνο σαν ονειρεύομαι. Κι εκεί να με βρούνε άθικτο δύο και βάλε χιλιάδες χρόνια μετά και να σπούνε το κεφάλι τους να καταλάβουν ποιας θυσίας σφάγιο υπήρξα· […]

Τεριρέμ

Νά’μουνα τριζόνι. Νά’μουνα νύχτα δηλαδή, και καλοκαίρι. Μαζί κι η σιγαλιά που απλώνεται για ν’ακουστεί. Γιατί αυτό σημαίνει νά’σαι τριζόνι·όλα να σ’αφουγκράζονται. Κι εσύ αμέριμνο να τερερίζεις, ώσπου να πάρει να χαράζει.