Το παλιό αμάξι του έτριζε και καταχτυπούσε σε κάθε λακκούβα και ήτανε πολλές σ’αυτόν τον καρόδρομο. Έλεγες πως μετά από κάθε μπαμ θα διαλυθεί το σύμπαν αλλά αμάξι και οδηγός έβγαιναν κάθε φορά αλώβητοι. Αυτή ήταν η αγαπημένη του διαδρομή για Λυγουριό, από Αδάμι, και δεν θα την άλλαζε ούτε και σήμερα. Του άρεσε αυτή η διαδρομή, δεν την έκαναν πολλοί·πέρναγε πάνω από την κορυφή του βουνού, κακοτράχαλη και αφιλόξενη.
Ήξερε όμως πως μετά την Αγία Κυριακή ο δρόμος έστρωνε.
Ένα γάβγισμα από το πατάκι μπροστά στη θέση του συνοδηγού τον έκανε να κοιτάξει το ρολόι κι έπειτα μέσα από τον καθρέφτη τον ήλιο που είχε πάρει να κατεβαίνει εδώ και κάποια ώρα.
Μια χαρά ήταν από χρόνο·θα έφτανε στο Λυγουριό στην ώρα του.
Τράβηξε για δευτερόλεπτα το χέρι από τις ταχύτητες και χάιδεψε τον Μούργο, ο οποίος στο μεταξύ είχε βγάλει τη μύτη του έξω από το μικρό τριγωνικό παράθυρο, ρουφώντας άπληστα αυτή την ανάκατη μυρωδιά του βουνού·θυμάρι με ψοφίμι.
Μετά την επόμενη στροφή δεξιά ξεπρόβαλε η αργολική κοιλάδα·απλωμένη νωχελικά, με τα δέντρα της, τα χωράφια της, τα σπιτάκια του Λυγουριού στο βάθος και δεξιά, μέσα στα κυπαρίσσια και τα πεύκα η Επίδαυρος.
Η Επίδαυρος.
Άφησε μαλακά το γκάζι και το αμάξι έκοψε ταχύτητα. Φρέναρε αθόρυβα στην άκρη του γκρεμού. Έσβησε την μηχανή και αφουγκράστηκε την ησυχία.
Έμεινε να κοιτάζει την κοιλάδα, ποτισμένη στο μαλακό φως και τα χρώματα του απογεύματος. Διακρίνονταν όλα τόσο καθαρά, τόσο ανάγλυφα. Ήταν σαν να μην είχε ξαναπεράσει ποτέ από αυτό το σημείο, σαν όλα να λάμπανε σήμερα, ειδικά σήμερα, αυτή την ημέρα που την προσδοκούσε από μικρός, μια ημέρα που δεν τον προσπέρασε όπως πολλούς άλλους νέους άνδρες από το χωριό-άνδρες που έχασαν το δικαίωμά τους στο έθιμο γιατί γεράσαν.
Το έθιμο. Η «Ανάσταση». Στο Πενθοχώρι, το χωριό του.
Δεν βρίσκεται σε κανέναν χάρτη. Δεν γνωρίζει κανείς ξένος γι’αυτό, δεν υπάρχει γι’αυτούς, δεν το βλέπουν, μόνο κάτι στάνες σε μια αργολική χαράδρα βλέπουν, έρημες. Οι ντόπιοι όμως γνωρίζουν-άλλοι σαν παραμύθι, άλλοι σαν αλήθεια-γι’αυτό το άφαντο χωριό και τους ανθρώπους του και πόσο δεμένοι είναι με τη ζωή τού αρχαίου τούτου τόπου. Εκεί όπου τα αγόρια γαλουχούνται με την παράδοση της «Ανάστασης», ζούνε με αυτήν, μέσα από αυτήν και μόνο για αυτήν, αιώνες τώρα. Ακόμα και τα χρόνια της μεγάλης σιωπής, τα χρόνια που σιγήσαν οι αντίλαλοι από τη θυμέλη της Επιδαύρου, κρατήσαν μέσα τους το απαγορευμένο μυστικό και το έκαναν τραγούδι από στόμα σε στόμα, να μην πετρώσει το έθιμο.
Και τώρα είχε έρθει η σειρά του.
Ένα γρύλισμα από δίπλα έκανε τα δάχτυλά του να στρίψουν το κλειδί στη μίζα·ένα τελευταίο βλέμμα στην κοιλάδα του, άλλο ένα στον Μούργο που τον κοίταζε μ’αυτά τα μεγάλα ανθρωπινά του μάτια και το αμάξι ξαναμπήκε στο δρόμο που τώρα πια ήταν βατός·τα δύσκολα είχαν πια περάσει.

Σε λίγο βγήκε στη διακλάδωση για Πόρτο-Χέλι· έστριψε αριστερά για Λυγουριό.
Στην ευθεία πάτησε το γκάζι κι ένιωσε τον ζεστό αέρα να στροβιλίζεται μες στην καμπίνα. Πέρασε σφαίρα από το βενζινάδικο της Ελίν κορνάροντας και χωρίς να κόψει ταχύτητα. Άφησε πίσω του το«Άβατον» και βγήκε στη λεωφόρο που έρχεται από το αρχαίο θέατρο.
Είδε την πρώτη αφίσα:

Βάκχες
Πρεμιέρα απόψε, 13 του Αυγούστου…
Ψιθύρισε την ημερομηνία όπως είχε μάθει να την υπολογίζει από παιδί:
“Δευτέρα φθίνοντος Ἑκατομβαιῶνος”, και συμπλήρωσε: ”Τέταρτο ἕτος πεντηκοστῆς δευτέρας Βακχείας.”
Ρίγησε.
Τέσσερα κιόλας χρόνια από την τελευταία παράσταση των Βακχών. Θυμήθηκε τον ξάδελφό του, εκείνο τον Ιούλιο·κι εκείνος με τον Μούργο πλάι του.
Άνθρωπος και ζώο κοιτάχτηκαν. Πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα ξεραμένα χείλη του και σήκωσε τα μάτια στον καθρέφτη·είδε τις μικρές στάλες τού ιδρώτα. Τις σκούπισε με την μπλούζα του και γκάζωσε.
Στην ταμπέλα του Λυγουριού είδε τη δεύτερη αφίσα κι από κει και μετά έβλεπε πια αφίσες ανά πενήντα μέτρα. Τα μηνίγγια του βαράγανε, σαν να χτυπούσαν καμπάνες να ξεσηκώσουν το χωριό στο πόδι, μα ήξερε πως μόνο αυτός τις άκουγε.
Έσταζε πια ολόκληρος όταν τράβηξε χειρόφρενο μπροστά στην ταβέρνα του Λεωνίδα. Περίμενε μια στιγμή·να πάρει μιαν ανάσα. Βγήκε κι έκλεισε την πόρτα δυνατά. Ο Μούργος πήδηξε πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού κι έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο.

Δρασκέλισε το κατώφλι της ταβέρνας·είχε δροσιά μέσα.
Φωνές ερχόντουσαν από το βάθος, από τον κήπο με τα τραπέζια που είχαν στήσει πια εδώ και λίγα χρόνια για τους καλοκαιρινούς μήνες. Στάθηκε αμήχανος λίγα μέτρα παραμέσα.

Η κίνηση στην κουζίνα σταμάτησε. Γύρισαν όλοι και τον κοίταξαν.
«Μήπως είναι εδώ ο κύριος Νίκος;» άκουσε τη φωνή του, παράξενα σταθερή.
«Νίκοοο, σε ζητάνε», ακούστηκε μια δεύτερη φωνή.
Από το βάθος κατεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλάκια του κήπου, εμφανίστηκε ο κύριος Νίκος, φορώντας το συνηθισμένο κόκκινο κοντομάνικο μπλουζάκι του.
«Καλησπέρα κύριε Νίκο».
«Καλώς τον!» απάντησε αυτός με μια ζεστασιά. «Σε περίμενα».
«Δεν άργησα;»
«Όχι, όχι, μια χαρά είμαστε από χρόνο. Μην ανησυχείς. Να σου βάλω κάτι να φας;»
«Όχι ευχαριστώ, μη σας βάζω σε κόπο, ήρθα φαγωμένος».
“Ένα καρπουζάκι όμως θα το κεράσουμε!…Και μια καράφα κρύο νερό γιατί με τέτοιο καύσωνα…”, είπε και ακούμπησε το χέρι στον ώμο του.
“Ό,τι πείτε”.
Ο κύριος Νίκος στράφηκε προς την ομήγυρη της κουζίνας που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα ασάλευτη.
«Ε, παιδιά πάμε, πάμε, ο κόσμος περιμένει τις παραγγελίες του. Ένα καρπούζι και μια καράφα νερό παγωμένο, θα κάτσουμε εδώ», είπε κι έδειξε το μοναδικό τραπέζι που είχε μείνει μέσα στο μαγαζί, στη γωνιά ακριβώς κάτω από τις φωτογραφίες του μεγάλου τοίχου·όλες από τις παραστάσεις των τελευταίων εξήντα επτά ετών στην Επίδαυρο.
Όταν το πιάτο με το κρύο καρπούζι σερβιρίστηκε μπροστά του, πήρε το πιρούνι κι άρχισε να μασουλάει σχεδόν με ευγνωμοσύνη.
Έμειναν αμίλητοι.
«Ο πατέρας σου τι κάνει; Έχω χρόνια να τον δω; Η μάνα σου;» έσπασε τη σιωπή ο κύριος Νίκος.
«Καλά είναι και οι δύο, σας στέλνουν τους χαιρετισμούς τους», απάντησε φτύνοντας διακριτικά στη χούφτα του όλα τα κουκούτσια που είχε μαζέψει στο στόμα.
«Καλό;»
«Μέλι», αποκρίθηκε χαμογελώντας διστακτικά. Και συνέχισε: «Είναι κι εσάς η πρώτη σας φορά·μετά την απώλεια τού πατέρα σας…»
«Να βάλω ένα ποτήρι κόκκινο χύμα; Το σηκώνει η στιγμή», τον διέκοψε ο εστιάτορας.
Αυτός πήγε ν’ αρνηθεί-
«Είναι το έθιμο, μην πεις όχι!», επέμεινε ο κύριος Νίκος.
Σε δυο λεπτά τσουγκρίζανε, μεταλαμβάνοντας τον Παυσίλυπον μονορούφι.
Ακούστηκε ένα γάβγισμα απ’έξω.
«Είναι ώρα», είπε ο ένας.
«Είναι ώρα», είπε κι ο άλλος.
Άφησε τον κύριο Νίκο να σηκωθεί πρώτος·τον ακολούθησε δυο βήματα πίσω.
Κατευθύνθηκαν κάτω στις αποθήκες. Βρέθηκαν στο κελάρι με τα παλαιωμένα κρασιά·μύριζε παντού ζύμωση και μια γλυκάδα που σχεδόν τον ζάλισε. Κοντοστάθηκε να το απολαύσει.
Ο κύριος Νίκος κατευθύνθηκε σε μια γωνιά που ήταν ακουμπισμένα διάφορα αγροτικά εργαλεία και τράβηξε προσεκτικά μια δερμάτινη μακριά θήκη.
«Πρόσεξε είναι βαρύ», του είπε.
Το πήρε στα χέρια του.

Παύση.
Χωρίς να ανοίξει τη θήκη, πέρασε με φροντίδα τον αορτήρα στον ώμο του.
«Πάμε».
Επέστρεψαν στην κεντρική αίθουσα, μπροστά στην κουζίνα. O ήλιος πια κόντευε να δύσει. Από την ανοιχτή πόρτα είδε στο παράθυρο του αυτοκινήτου τον Μούργο να τον περιμένει υπομονετικά.
«Επ, πού πας, ξεχάσαμε το πιο σημαντικό», φώναξε ο κύριος Νίκος γελώντας και τρέχοντας προς το γραφείο. Γύρισε κρατώντας μια παλιά διοπτική φωτογραφική.
«Έλα εδώ, στον άσπρο τοίχο, έχει και φως από τη τζαμαρία» τού είπε και τού έδειξε με τον δείκτη.
Στήθηκε μπροστά στον τοίχο, αμήχανα, προσπαθώντας να καταλάβει τι ύφος έπρεπε να έχει. Κοίταξε απέναντι τις εκατοντάδες φωτογραφίες.
«Χαλαρά, να είσαι ο εαυτός σου», τον συμβούλεψε ο φωτογράφος. Κοίταξε το είδωλο από πάνω, μέσα από το θαμπόγυαλο και λέγοντας «έτσι, έτσι» τράβηξε τρεις-τέσσερις πόζες.
«Αυτό ήταν, μόλις πέρασες στο πάνθεον!» αστειεύτηκε.
Χαμογέλασε κι αυτός γλυκόπικρα.
Ο κύριος Νίκος τον ξεπροβόδισε μέχρι έξω.
«Πού είσαι βρε, πού είσαι βρε αλήτη…», έκανε ο κύριος Νίκος και πήγε να χαϊδολογήσει τον Μούργο που έκανε σαν τρελός από χαρά. «Τον έχει ακόμα η οικογένειά σου», σχολίασε.
«Όλο το χωριό, ναι, πώς αλλιώς;», ήταν η απάντηση. Και:«Έχουμε λίγο νερό να του βάλω να πιει;»
«Έφτασεεε!», είπε ο κύριος Νίκος και χάθηκε πάλι μέσα στην ταβέρνα.
Όσην ώρα πλατάγιζε η γλώσσα του Μούργου, οι δύο άντρες τον κοίταζαν βουβοί. Μόλις ολοκληρώθηκε η μικρή τελετουργία μάζεψε το μπολ, το έβαλε στο σακιδιάκι με τα υπόλοιπα πράγματά του και στράφηκε προς τον κύριο Νίκο τείνοντάς του το χέρι.
«Σας ευχαριστώ για όλα».
Αυτός τον κοίταξε, άνοιξε τα μπράτσα του, τον έβαλε μέσα στην αγκαλιά του και τον έσφιξε δυνατά. «Εμείς, παιδί μου».
Μπήκε στο αμάξι, έβαλε μπρος και οδήγησε καμιά κατοστή μέτρα παρακάτω για να κάνει αναστροφή. Περνώντας ξανά μπροστά από τον «Λεωνίδα», είδε τον κύριο Νίκο να σηκώνει το χέρι για καλό κατευόδιο, φωνάζοντας: «Καλή Ανάσταση!».
Έβγαλε το χέρι από το παράθυρο στο ζεστό αέρα, αποχαιρετώντας τον.
Τράβηξε για το θέατρο.

Τα αυτοκίνητα και τα τουριστικά λεωφορεία είχαν ήδη κατακλύσει το χώρο στάθμευσης έξω από το Ασκληπιείο. Κατάφερε να βρει μια θέση για το αμάξι κάπου πίσω από το Πυροσβεστικό όχημα, κολλητά στο συρματόπλεγμα του αρχαιολογικού χώρου.
Τυχερός.
Κοίταξε το ρολόι. Κάπου τώρα θα άρχιζε η είσοδος των θεατών στο αρχαίο θέατρο.
Ο Μούργος σε εγρήγορση, είχε βγάλει όλο το κεφάλι έξω από το παράθυρο του συνοδηγού. Ρουθούνιζε τον αέρα.
«Έλα, πάμε βόλτα» είπε. Ο σκύλος ενθουσιασμένος τέντωσε τ’αυτιά του.
Πήρε το σακιδιάκι με τα πράγματά του, πέρασε τη δερμάτινη θήκη στον ώμο, κλείδωσε τ’αμάξι και με τον Μούργο παρά πόδα αναμείχθηκε με τον κόσμο μέσα στο σούρουπο, κατευθυνόμενος όμως δυτικά·προς το δασάκι.
Και χάθηκαν από προσώπου γης.

Το σκοτάδι τύλιξε το αργολικό θέατρο.
Και ήχησε μέσα από τις σκιές φωνή θεού ταυρόμορφου, νυκτοφαούς. Τα φύλλα όλα εσίγησαν, τα ζώα εσωπάσαν και μια σιωπή του κόσμου εσώπασε.
Και η Τραγωδία άρχισε.
Και ξετυλίγονταν οι ώρες σαν νήματα της μοίρας. Και κάπου εκεί, λίγο πριν το τέταρτο στάσιμο, μια φιγούρα πήδηξε την περίφραξη του αρχαιολογικού χώρου και ακολουθούμενη από τη σκιά ενός αγριμιού, περιπλανήθηκε με σίγουρα βήματα ανάμεσα στις κολώνες. Λίγα λεπτά χρειάστηκαν άνθρωπος και σκύλος να φτάσουν στις συστάδες των πεύκων στην πλάτη της ορχήστρας, ακριβώς απέναντι από το κοίλο των θεατών.
Ο άνθρωπος, άφαντος, μέσα σε δέντρα και σκιές, έμεινε καθηλωμένος μπροστά στο θέαμα της δονούμενης θυμέλης και του αντιβοώντος κοίλου, με το διαχέον φως να ανυψώνει το όλον ψηλά στον αιθέρα ως τον έναστρο ουρανό, και αυτόν μαζί, σαγηνευμένο, έτοιμο να κάνει το παραπάνω βήμα και να αποκαλυφθεί στα μάτια των πολλών. Και τότε ακούστηκε γρύλλισμα υπόκωφο.
Και συνήλθε. Και έστρεψε το βλέμμα του αριστερά, στα πιο πυκνά σκοτάδια.
Και διέκρινε μορφή ασάλευτη.
Προχώρησε προς τη μεριά της.
Κοντόσωμη, με φόρεμα στην απόχρωση της πλέον βαθιάς νύχτας, θρόιζε ανεπαίσθητα, μαζί με τα φύλλα γύρω της.
Βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τα μάτια της· ίριδες λαμποκοπούσες, σε πυρετό.
Μείναν ασάλευτοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Οσφραίνονταν-και οι τρεις τους-τον αέρα.
«Κι ο ξένος εχάθη άφαντος. Μονάχα μια φωνή. Σαν να τη φώναζε ο αέρας. Η φωνή του Διονύσου θα ήταν κι αναβόησε και η ηχώ ερράγισε το όρος».
Σαν πλημμυρίδα έφτασαν οι στίχοι αυτοί στ’αυτιά τους.
«Είναι ώρα», ψιθύρισε αυτή.
«Είναι ώρα», ψιθύρισε κι αυτός.
Ξεκρέμασε ήσυχα τη βαριά θήκη από τον ώμο του. Την απίθωσε στα απλωμένα χέρια της γυναίκας. Έτρεμε.
Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω. Έσκυψε και ακούμπησε στο έδαφος το μικρό σακίδιο. Άνοιξε αργά το φερμουάρ και έβγαλε από μέσα την μικρή δερμάτινη θήκη. Την κράτησε στα χέρια του· τεντώθηκε ξανά όρθιος.
Κοιταχτήκαν πάλι.
Ο Μούργος δίπλα του, στα πίσω πόδια του, φύλακας και προπάτορας.
Κι εκεί πάνω στην ακμή, μια λιγοψυχιά:
«Να πιω λίγο νερό που δίψασα», είπε και χωρίς να περιμένει έγκριση, έσκυψε ξανά στο σακίδιο, τράβηξε το παγούρι του και ήπιε λαίμαργα·τρέξανε ρυάκια πάνω στο πουκάμισό του.
Το ξανάβαλε σχολαστικά πίσω στη θέση του.

Η γυναίκα έλυσε τον κόμπο την μακριάς θήκης. Έπιασε τη λαβή σε σχήμα μανιταριού που αποκαλύφθηκε και έσυρε από μέσα το Ἄορ. Το ένα της χέρι άφησε τη θήκη να πέσει στο χώμα, ενώ το άλλο σαν έτοιμο από καιρό ζύγισε το βαρύ ορειχάλκινο ξίφος.
Κοιτάξανε και οι δύο με δέος τη λάμα που αντιφέγγιζε στο σκοτάδι.
Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα στην μικρή τη θήκη που κρατούσε. Ίδιο δέρμα, ίδιος κόμπος, άλλο μέγεθος. Την άνοιξε ήσυχα και τράβηξε από μέσα το μυκηναϊκό του εγχειρίδιο.
Από το βάθος έφτανε ήδη η βουή του πέμπτου στάσιμου. Σήκωσε τα μάτια και έστειλε το βλέμμα στην ορχήστρα. Μετά στον ουρανό, τον μισοκρυμμένο από τα φυλλώματα. Έψαξε τον Βέγα, τον Ντένεμπ και τον Αλτάιρ, το τρίγωνο να δει του καλοκαιριού·μάταια.
Καθυστερούσε.
Το ελεύθερό του χέρι άγγιξε το μουσούδι του Μούργου·ένιωσε το φιλί του σκύλου στα δάχτυλά του.
Γονάτισε. Έκλεισε τα μάτια. Κάθε ίνα του κορμιού του κατακλύστηκε από ζωή.
Ένιωσε πλήρης.
Το χέρι του ταλαντεύτηκε ανεπαίσθητα·έσφιξε το εγχειρίδιο.
Και αστραπιαία σαν εκπνοή άγνωστου θεού, έκοψε την καρωτίδα του.
Ρυάκια ξανάτρεξαν στο ρούχο του, κόκκινα τώρα, της πορφύρας.
Χέρι γυναικείο υψώθηκε με έλεος και το Ἄορ κατέβηκε με δύναμη στον πληγωμένο του λαιμό-
-που κύλησε, σαν δροσερό καρπούζι.

Παύση.
Ο Μούργος πλησίασε να μυρίσει. Η γλώσσα του έγλειψε λίγο από το αίμα με σεβασμό. Και ύστερα πήγε να ξαπλώσει δίπλα στο σώμα χωρίς σώμα. Κι εκεί έμεινε.
Η γυναίκα με τα πυρετώδη μάτια, γύρισε το άβουλο κορμί ανάσκελα, απίθωσε το Ἄορ πάνω στο στέρνο κι έκλεισε τις ανδρικές τις χούφτες γύρω από τη λαβή. Πήρε αγκομαχώντας στα χέρια το άψυχο κεφάλι κι αφού το φίλησε στα χείλη, επέτρεψε στο αίμα να την ποτίσει.
Κι ακούστηκε από τον Άγγελο στο βάθος, το όνομα αυτής· Αγαύη.
Και ξεχύθηκε η γυναίκα προς την φωνή, σαν άνεμος, κατηφόρισε τις πλαγιές του Κιθαιρώνα κι έτρεξε στη Θήβα να επιδείξει το τρόπαιο πού’χε στην αγκαλιά της· ένα κεφάλι λιονταριού.
Και η Τραγωδία έλαβε τέλος. Και όλοι χειροκροτήσαν.
Κι έσβησαν τα φώτα στο θέατρο, άδειασαν τα καμαρίνια, κορνάραν τα λεωφορεία, έφυγαν μέσα σε σκόνη τα αυτοκίνητα·δώσαν όλοι ραντεβού για φαῒ στον “Λεωνίδα”.

Και όλο το βράδυ έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν. Κι όταν ο άκρατος ο οίνος τα βλέφαρά τους βάρυνε, είπαν τις καληνύχτες τους· άλλοι τραβήξαν για τα κρεβάτια τους, άλλοι για να βουτήξουν στη δροσερή τη θάλασσα της νύχτας.
Και στην ταβέρνα του Λεωνίδα απόμεινε μόνο μια ηχώ.
Και μια δερμάτινη μακριά θήκη κρεμασμένη από τον αορτήρα της σε μια καρέκλα.
Άδειασε λοιπόν ο τόπος, γαλήνεψαν οι ίσκιοι στα αρχαία τα μάρμαρα και τις φυλλωσιές, ησύχασαν κι οι δρόμοι του χωριού.
Και κανείς δεν είδε, κοντά στο ξημέρωμα, εκεί χαμηλά στη διασταύρωση όπου καταλήγει η μεγάλη ευθεία από το Ασκληπιείο, κανείς δεν είδε το αγροτικό με έναν μπόγο στην καρότσα, να φεύγει προς Αδάμι.
Ούτε τον σκύλο που στεκόταν όρθιος δίπλα, να ρουθουνίζει τον αέρα.

(Το «από Αδάμι» φιλοξενήθηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «ο Κόντε Σπουργίτης», τον Μάρτιο που μας πέρασε, αυτής της πανέμορφης τριμηνιαίας έκδοσης από τη Ζάκυνθο για τον πολιτισμό, την τέχνη, το περιβάλλον και τα σύγχρονα κοινωνικά θέματα(εκδότης ο Αντώνης Νικολουδάκης).

Να ευχαριστήσω από τα βαθιά μου την Πηνελόπη Αβούρη-τον άνθρωπο που κάνει τα πάντα στον Κόντε-η οποία διαβάζοντας «τα καθέκαστα» είχε την γενναιοδωρία να μου κεντρίσει τη φαντασία, προσκαλώντας με να γράψω μια ιστορία εμπνεόμενη από την Επίδαυρο.

Αν έχετε καιρό να πιάσετε στα χέρια σας κάτι τυπωμένο και να το οσφρανθείτε, κάντε το.

Ήρθε όμως η ώρα να αναρτηθεί και στα Καθέκαστα, με κάποιες ελάχιστες διορθώσεις, από αυτές που απαιτεί η απόσταση του χρόνου (το διήγημα γράφτηκε τον Αύγουστο του 2021).

Στη συνέχεια παραθέτω και το απαραίτητο γλωσσάρι, αφού επισημάνω-όπως και στην έκδοση επί χάρτου- ότι:
«…η εμπλοκή στο παραπάνω διήγημα τού ονόματος και των ανθρώπων της ταβέρνας του Λεωνίδα, αποτελεί το δικό μου τρόπο να αποτίσω φόρο τιμής σε αυτόν τον ιστορικό χώρο που είναι συνδεδεμένος βαθιά με το θέατρο της Επιδαύρου και τις παραστάσεις του, κοντά εβδομήντα χρόνια· από το 1954.» )

Γλωσσάρι:

Αγαύη: Μητέρα του Πενθέα και κόρη του Κάδμου.

Πενθέας: Βασιλιάς της Θήβας, γιος του Εχίονα και της Αγαύης. Αν και ξάδερφός του, καταπολέμησε δυναμικά τη διάδοση της λατρείας του θεού Διονύσου στο βασίλειό του.

Πενθ(ε)οχώρι: το χωριό του Πενθέα ή των Πενθέων, ή του πένθους αν προτιμάτε. Ανύπαρκτο χωριό της Αργολίδας, αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Χωριό όπου λαμβάνει χώρα το έθιμο της «Ανάστασης».

Έθιμο της «Ανάστασης»: Ανύπαρκτο έθιμο, επίσης αποκύημα φαντασίας. Πρόκειται για μια ελεύθερη διασκευή του εθίμου των χριστιανών, που αφορά την γαλούχηση νέων εφήβων και ανδρών, ώστε όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν προσφέροντας το κεφάλι τους ως σκηνικό αντικείμενο(κεφάλι Πενθέα), για την Έξοδο στις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Η μητέρα του Πενθέα ως μαινάδα, επιστρέφει στη Θήβα να δείξει θριαμβολογώντας το κεφάλι ενός λιονταριού που ξερίζωσε στον Κιθαιρώνα. Με τη βοήθεια του πατέρα της Κάδμου, συνέρχεται και συνειδητοποιεί πως στην πραγματικότητα πρωτοστάτησε στην κατακρεούργηση του γιου της. Ο Διόνυσος-τιμωρός, εμφανίζεται απολαμβάνοντας την εκδίκησή του και εξορίζει Κάδμο και Αγαύη από τη Θήβα.

Δευτέρα φθίνοντος Ὲκατομβαιῶνος : Η 13η Αυγούστου, σύμφωνα-κατά προσέγγιση- με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο.

Τέταρτο ἕτος πεντηκοστῆς δευτέρας Βακχείας: Στο Πενθοχώρι μετράνε τα χρόνια με βάση τις παραστάσεις των Βακχών που έχουν δοθεί στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Φυσικά, η ακρίβεια της μέτρησης χάνεται στα βάθη των αιώνων.

τον Παυσίλυπον: Πρόκειται για ένα από τα επίθετα του Διονύσου κι ως εκ τούτου και του κρασιού-αυτό(ς) που παύει τη λύπη. Πίνοντας τον οίνο δέχεσαι μέσα σου το θεό. (Συγκοινωνούντα δοχεία θρησκείες και παραδόσεις.)

Ταυρόμορφος/Νυκτοφαής: Επίσης επίθετα του Διονύσου. Αυτός με την μορφή ταύρου/ αυτός που φέγγει/λάμπει την νύχτα.

Διοπτική φωτογραφική μηχανή: Παλιές μηχανές με δύο φακούς. Ο φωτογράφος κοίταζε από πάνω το είδωλο.

Κοίλο/ορχήστρα/θυμέλη: Μέρη του αρχαίου θεάτρου. Κατά αντιστοιχία: οι κερκίδες με τους θεατές/ο χώρος όπου στέκονται χορός και υποκριτές/ο βωμός των αρχαίων ελληνικών θεάτρων, στο κέντρο της ορχήστρας, το σημείο με την απόλυτη ακουστική του θεάτρου.

Άγγελος: ο αγγελιοφόρος (νέα ελληνικά)/αγγελιαφόρος (αρχαία ελληνικά).

Ἄορ: αρχαίο μυκηναϊκό ξίφος. Η ονομασία προέρχεται από το ρήμα αίρω – σηκώνω – δεδομένου ότι για να λειτουργήσει θλαστικά το ξίφος έπρεπε πριν το κτύπημα καταφοράς να σηκωθεί ψηλά. Από το ίδιο ρήμα προέρχεται και η λέξη αορτήρας που προσδιόριζε τον ειδικό δερμάτινο ιμάντα /τελαμώνα, από τον οποίο κρεμόταν το άορ από τον δεξιό ώμο του πολεμιστή χιαστί.

Εγχειρίδιο: Μικρό δίκοπο ξίφος, ήδη σε χρήση από την αρχαιότητα· το στιλέτο αλλιώς.

“Τα φύλλα όλα εσίγησαν, τα ζώα εσωπάσαν και μια σιωπή του κόσμου εσώπασε”: Δάνειο από την περιγραφή του Άγγελου στο πέμπτο επεισόδιο των Βακχών σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά.

Κι ο ξένος εχάθη άφαντος. Μονάχα μια φωνή. Σαν να τη φώναζε ο αέρας. η φωνή του Διονύσου θα ήταν κι αναβόησε και η ηχώ ερράγισε το όρος.” : Στίχοι από την περιγραφή του Άγγελου στο πέμπτο Επεισόδιο των Βακχών, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά.

“στο σώμα χωρίς σώμα”: Ποιητική αδεία, αντί του αναμενόμενου “στο σώμα χωρίς κεφάλι”. Εμπνευσμένο από το στίχο στην περιγραφή του Άγγελου στο πέμπτου επεισόδιο των Βακχών “το σώμα του Πενθέα να κείται δίχως σώμα”, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά.

2 Replies to “από Αδάμι

Απάντηση σε Kωστῆς Καλλιβρετάκης Ακύρωση απάντησης