Μας λέγαν μικρά παιδιά σαν ήμασταν: “Την ημέρα που ο ήλιος και η σελήνη μαζί θα κοκκινίσουν, τότε θα φύγουμε από τα σπίτια μας για πάντα.”

Μας το μαθαίναν στο σχολειό, το γράφαν και οι εφημερίδες, το κουβεντιάζαν πάντα οι μεγάλοι, το αναμασάγαμε και μεις μέσα στα παιγνίδια μας και αντρειωνόμασταν με κάποιο τρόπο, περιμένοντας τη στιγμή εκείνη που θα φαινόμασταν αντάξιοι των μεγάλων·αλλά μας φαινόταν πολύ μακριά η κακιά η ώρα, πάρα πολύ μακριά. Κι είχαμε κι αυτή την εμπιστοσύνη στους γονιούς πως δεν θα τη ζήσουμε εμείς την Κατάρα·θα φροντίζαν αυτοί να μας γλυτώσουν κι εμείς θα φροντίζαμε για τα δικά μας τα παιδιά σαν ερχόταν η ώρα.

Κι έσκυβε ο πατέρας μου με μάτια σταθερά και συνέχιζε: “Αν δεν είμαστε εμείς μαζί σας, να θυμάσαι, τραβάτε προς την ακτή, στη θάλασσα, τον ωκεανό. Αυτή θα σας σώσει. Η γαλάζια θάλασσα.”
Κι έσκυψε κι η μάνα μου και μού’δωσε φιλί σαν κατευόδιο ταξειδιού αγίνωτου.
Κι εμείς αδημονούσαμε μα και τρέμαμε, πιτσιρικάκια, ποιος θα πατήσει εκείνο το κόκκινο κουμπί που θα κοκκίνιζε τον τόπο, τους τόπους όλους-από κει το περιμέναμε.

Μα πέρασαν τα χρόνια και κανείς δεν το επάτησε το κουμπί εκείνο, και ησυχάσαμε εμείς και φκιάξαμε οικογένειες και γελάγαμε με τους μύθους των παλιών και ξεχαστήκαμε.
Και ήρθε εκείνη η μέρα που μάτωσε και ο ήλιος και η σελήνη και δεν πιστεύαμε στα μάτια μας και μέσα σε ουρλιαχτά θυμηθήκαμε όλοι το καθήκον· μα ήταν ήδη αργά.
Κι εγκαταλείψαμε τις εστίες μας, εγκαταλείψαμε χώματα αγαπημένα και κινήσαμε σέρνοντας και κουβαλώντας ο καθένας ό,τι μπορούσε, τραβώντας για την ακτή-οι πατεράδες είχαν όλοι ψιθυρίσει το ίδιο πράγμα στα παιδιά τους και οι μανάδες όλες είχαν σκύψει για κείνο το φιλί-όλοι ξέραν πού να τραβήξουν.

Και αποφτάσαμε στην ακτή, και μετρηθήκαμε μιλούνια.

Και κοιτάξαμε ικέτες, τη θάλασσα τη ψυχοσώστρια.

Και ήτανε γκρίζα.

Ήταν σταχτιά·κι άγρια σαν τη Γοργώ.

Και φούσκωσε και κόρωσε, άφρισε λυσσασμένη·

κι έστειλε τα μαύρα κύματα να πνίξει τα παιδιά της.

7 Replies to “Γοργώ

Απάντηση σε Tess Ακύρωση απάντησης