Δηλαδή μου λες, πως περίμενες στο προαύλιο αρκετά λεπτά αφού χτύπησε το κουδούνι, φορώντας αυτή τη μάσκα που έπνιγε την ανάσα σου αλλά εντάξει όλα μια συνήθεια είναι, και περίμενες λοιπόν, γιατί η “μικρή” σου- έτσι την φώναζες για να την πειράξεις κι αυτή κοκκίνιζε και σού’λεγε “σιγά τι είναι δυο χρόνια διαφορά;”-πάντα καθυστερούσε να μαζέψει τα βιβλία της, και μετά έτρεχε σφαίρα να σε συναντήσει έξω, δεν κρατιόταν, ούτε συ και μόλις την έβλεπες όπως και χθες, την τράβηξες γρήγορα προς την αυλόπορτα, να διασχίσετε το σύνορο, κι εκεί της κατέβασες βιαστικά την μάσκα-ήθελες να δεις αυτό το στόμα που όλη μέρα το ονειρευόσουν κι αυτή γέλασε ευτυχισμένη, ναι ρε γιατί αυτό είναι ευτυχία είτε είσαι 15 είτε 45, και η παρέα γύρω σάς τρόλαρε κανονικά αλλά σιγά δεν σας ένοιαζε, εσείς ξέρατε και αδημονούσατε, τους παρατήσατε όλους, πήγατε παραλία-παραλία και μετά στρίψατε στο δρομάκι, το δικό σας δρομάκι, αυτό που κάθε μέρα σας έκρυβε και σας φύλαγε από τα περίεργα τα μάτια, δεν κάνατε κανένα κακό, μόνο αυτό το φιλί που λαχταρούσατε όλη τη μέρα, θέλατε να το γευτείτε μόνοι, αργά, αυτό το φιλί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια και πάντα χασκογελούσατε πριν, η ντροπή δεν συνηθίζεται και την ακούμπησες στον παλιό τον τρόχαλο-την ψηλή πέτρινη μάντρα- που καμμιά φορά τη σκαρφάλωνες κι έμπαινες μέσα στην ερειπωμένη αυτή να της φέρεις σύκα ή κανά νεράντζι,ανάλογα την εποχή, κι αυτή φώναζε να προσέχεις μην γκρεμοτσακιστείς, σ’αυτόν τον τοίχο λοιπόν, τον τοίχο σας, την ακούμπησες κι αυτή μισάνοιξε τα χείλη κι αναστέναξε κι εσύ ξεροκατάπιες καθώς πήρες την ανάσα σου και το στόμα σου πλησίασε και τα χέρια σου κρύφτηκαν στον κόρφο της και ήταν μέλι, μέλι Θεέ μου μέλι της Κλαίρης σου τα χείλη και σου’ρχότανε να κλάψεις κάθε φορά, έτσι είναι ο έρωτας; σε ρώτησε σιωπηλά, έτσι είναι απάντησες και μύρισες το λαιμό της και ξανακούμπησες τα χείλη της και τρέματε, τρέματε και οι δύο, κι έτρεμε και ο τοίχος, ρίγησε, δεν άντεξε τόση ευτυχία, κανείς δεν μπορεί να αντέξει τόση ευτυχία, ούτε ο ίδιος ο Θεός, κι εσύ κατάλαβες τελευταία στιγμή-όμως δεν την άφησες, την αγκάλιασες πιο σφιχτά ακόμα πιο σφιχτά, και της έδωσες την τελευταία σου ανάσα για να ζήσει μια στιγμή παραπάνω;

Αυτό μου λες;

 

 

                                                                                        στα παιδιά της Σάμου

19 Replies to “Βαθύ

Απάντηση σε Θανάσης Ακύρωση απάντησης