Με κοίταξες βουτηγμένη στη λαγνεία. Έβγαλες από την τσέπη το αγαπημένο σου κραγιόν-κάποτε μου είχες πει πως το φορούσες από το σχολείο ακόμα-και χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω μου, άρχισες να το βάζεις-

πάνω από την μάσκα.

Οι κινήσεις σου ήταν σταθερές, απαλές και τρυφερές. Το ύφασμα σαγηνευμένο από την υγρή ανάσα σου, ακολουθούσε τις κινήσεις του μικρού κόκκινου κραγιόν αντιστεκόμενο όσο χρειαζόταν ώστε στο τέλος να αφήσει να διαγραφούν δυό άπληστα χείλη.

Το ξανέβαλες στη τσέπη, σταύρωσες τα χέρια, έμεινες ασάλευτη.

Προφανώς ήταν η σειρά μου.

Αμήχανα-όπως μόνο ένας άντρας μπορεί-σε πλησίασα αργά. Έξω κάπου ακουγόταν πάλι ένα αλυσοπρίονο. Κάποιος έκοβε και το τελευταίο δέντρο.

Επέτρεψα στο θόρυβο να με αποσπάσει από το στόχο μου. Ευκαιρία έψαχνα, δεν ήμουν σίγουρος τι πήγαινα να κάνω, άλλωστε δεν το είχα ξανακάνει. Και δεν ήξερα και κανέναν που να το είχε ξανακάνει-

-δεν είχαμε απομείνει και πολλοί.

Το βλέμμα σου πυρακτωμένο, μου έκαψε το μάγουλο-στράφηκα πάλι σ’ εσένα. Στέγνωνε ο λαιμός μου, έσκυψα στον νιπτήρα να πιω νερό-ναι όπως στο σχολείο.

Μείναν δυο σταγόνες, κυλήσανε από χείλος σε χείλος, θα πρέπει να σου γυάλισαν πριν προλάβω να ξαναφορέσω την μάσκα, γιατί είδα την ίριδά σου να μεγαλώνει-ήθελες να τις ρουφήξεις αυτές τις σταγόνες μου· ρίγησα.

Έκανες ένα βήμα και με άρπαξες από το λαιμό. Δεν ξέρω αν εκείνη τη στιγμή κατουρήθηκα ή έχυσα, μπορεί και τα δύο. Τα κατακόκκινα πάνινα χείλη σου πλησίασαν το πρόσωπό μου. Η γλώσσα μου άβουλα, είχε ξεμυτίσει κι έγλυφε το εσωτερικό τής δικής μου μάσκας. (μμμ, ήταν σαν χνούδι).

Τα μάτια σου απέναντι με συνέφεραν-το αληθινό πράγμα. Τα ζουμερά κατακόκκινα χείλια. Περίμεναν.

Προφανώς ήταν πάλι η σειρά μου.

Έπρεπε να επιλέξω.

Ναι, κανείς δεν είχε φτάσει ως εδώ, κοντά πενήντα χρόνια τώρα. Ήταν θέμα ατομικής ευθύνης.

Ζήτημα νά’χαμε απομείνει μερικές εκατοντάδες.

“Δε γαμιέται.”

Η γλώσσα μου τινάχτηκε σαν του φιδιού, ξέσκισε το ύφασμα, έφτασε το κόκκινο κραγιόν, το άρπαξε, μα δεν αρκούσε, τα δόντια δάγκωσαν, μάσκα με μάσκα, κάποια στιγμή τα πανιά πέθαναν, μείνανε σάρκες να πολεμάνε, να σαλιώνονται, να γεύονται, γλώσσες ξεδιάντροπες να βυθίζονται όσο πιο βαθιά και βρυχηθμοί ανήκουστοι, πρωτόγνωροι, κι εσύ να σκέφτεσαι “έτσι θα μας βρουν”, κι εγώ να σκέφτομαι-

την Πομπηία.

 

5 Replies to “Βεζουβ-ιος

  1. αν σου πώ ότι στο backgoround στο spotify παίζει τώρα το ‘δώσε μου το στόμα σου’ της κουμιώτη, δε θα με πίστευες ……

Απάντηση σε kromm70 Ακύρωση απάντησης