Ήταν μια ιστορία διαβολικών συμπτώσεων και εκπλήξεων.

Το ’52, είχε έρθει εκδρομή στο Ηράκλειο, με το σχολείο.

Την είδα λοιπόν εγώ-είχα έρθει από το Μετόχι, απ’έξω, κάναμε βόλτες εκεί, νυφοπάζαρο τώρα, πάνω-κάτω πάνω-κάτω-

όπως και στα Χανιά να πούμε, το νυφοπάζαρο ήταν στου Μπόλαρη και τα Σαββατοκύριακα ήτανε στο…

στο λιμάνι, κάτω, το ξέρεις αυτό;

Λοιπόν το νυφοπάζαρο πήγαινε πάνω-κάτω, πάνω-κάτω και βλέπω μια κοπέλα που καθότανε να πούμε στο Ντορέ, εκεί, το σχολείο που είχε έρθει εκδρομή, τη νύχτα, το βράδυ να πούμε, μια κοπέλα με ένα σηκωμένο έτσι, αυτό, γιακά-φορούσε ένα ταγιεράκι, όχι ταγιεράκι, μια μπλούζα έτσι, ζα…

ζακέτα!

ζακέτα ήταν, ένα σηκωμένο έτσι, μ’ένα ωραίο μαλλί ξέρω’γω.

Τη μπεγιέτισα να πούμε! Τη μπεγιέτισα, μου χτύπησε στο μάτι·πάνω-κάτω, πάνω κάτω…

Γυρεύω ένα χανιώτη, κάποιο χανιώτη στο Ηράκλειο να υπηρετεί· βρήκα έναν που υπηρετούσε στην αεροπορία. Του λέω «δεν μου λες, ξέρεις αυτή την κοπέλα κει;»

λέει, «Δεν ξέρω, μου φαίνεται είναι η αδερφή μιας ΑΘηνάς που την έκλεψε ένας Φώτης.»

Άκου! Ε, τώρα δεν ξέρω τίποτα άλλο, είναι μια ιστορία στα Χανιά που είχε…διότι ο… παππούς σου ο Κωστής, δεν ήθελε καθόλου τον πατέρα σου, καθόλου δεν μπορούσε ν’ακούσει για το Φώτη! Που τού’κλεψε την κόρη!

Λέω κι εγώ, από κει τώρα να ξεκινήσω, τώρα εγώ πώς να ξεκινήσω…; 

Εμένα μου μπήκε στο μάτι αυτή η κοπέλα, τι ‘ναι το γραπτό…

Λοιπόν, έπειτα από μερικές μέρες φύγαν αυτές, ξέρω ‘γω τι, πήγανε πίσω στα Χανιά.

Λέω, δεν το βάζω κάτω, αυτή λέω, μου μπήκε στο μάτι. Λοιπόν βρίσκω ένα φίλο μου, πολύ στενό μου φίλο, ο οποίος υπηρετούσε στα Χανιά, ανθυπολοχαγός ήτανε, υπηρετούσε να πούμε τη θητεία του αλλά ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός.

Άκου τώρα για να δεις ρε παιδί μου τι είναι, ε ανατριχιάζω τώρα που στο λέω·

περνάει από το γραφείο, το δικό μου, εγώ στεκόμουν απ’έξω απ’ το γραφείο, το δικό μας, στο λιμάνι, πάει επάνω «γεια σου Μάνο, τι γίνεται, ρε Μάνο, τι χαμπάρια;», «καλά» μου λέει·ε , έφυγε, πήγε απάνω, με τη στολή, πήγε απάνω.

Στα λιοντάρια, έτρεξα πίσω και τον πρόλαβα. Του λέω «ρε Μάνο, δεν μου λες, εσύ που μένεις στα Χανιά, ξέρεις καμμιά Αθηνά που την έκλεψε ένας Φώτης;»

Και τι μου λέει; ανατριχιάζω όμως μόλις…

«Εγώ τους στεφάνωσα!», μου λέει. «εγώ τους στεφάνωσα!».

Τι είναι οι διαβολικές συμπτώσεις ρε παιδί μου…

Και του λέω «πώς λέγεται η αδελφή της;»

«Λέγεται Ρίρα Καπιδάκη.»

Καπιδάκη Ρίρα. 

Ξεκινάω τώρα εγώ ιστορίες.

Ο αδερφός μου υπηρετούσε ναύτης στα Χανιά·είχε μια γκόμενα τη λέγανε Μπέμπα. Και πήγαινε στο σχολείο αυτή. Λοιπόν πιάνω τον αδερφό μου, «τι γίνεται μ’αυτή την ιστορία;», να μη στα πολυλογώ και δίνω ένα γράμμα, δίνω του αδελφού μου ένα γράμμα και το δίνει στη Μπέμπα, που πήγαινε στο σχολείο μαζί της·την ήξερε.

Και της το δίνει το γράμμα.

Εγώ, ένας άγνωστος. Της λέω:

«Αγαπητή δεσποινίς,

            μου κάνατε μεγάλη εντύπωση με τον ερχομό σας στο Ηράκλειο και ήθελα, αν είναι δυνατόν να σας γνώριζα κλπ»

Και μου απαντάει αυτή, δίνει πίσω το γράμμα στη Μπέμπα, και μου απαντάει, με χειρόγραφο (και τα φυλάσσω όλα αυτά, κάπου είναι εδώ πέρα, χειρόγραφο), και μου απαντάει η Ρίρα:

«Κύριέ μου, 

Πάψτε να με ενοχλείτε με τα γράμματά σας και μην περιμένεται απάντηση σε όσα μου γράφεται, διότι δεν συνηθίζω να αλληλογραφώ με αγνώστους,                                                                                                    Ρίρα»

Βλέπω εγώ, έτσι, στα γράμματά της, έτσι που μου γράφει, είχε δύο τρομερές ανορθογραφίες που δεν επιτρεπόταν, δεν επιτρέπεται στην πέμπτη γυμνασίου «και μην περιμένεται» με αι και σε «όσα μου γράφεται» με αι!

Και λέω, και δίνω πάλι ένα γράμμα και λέω «Δεσποινίς, αγαπητή δεσποινίς, μα είναι δυνατόν στην τάξη που πηγαίνετε…»

Δίνω πάλι το γράμμα στον αδελφό μου, ε το δίνει στη Μπέμπα·

«μα επιτρέπεται τώρα ανορθογραφίες στην αλληλογραφία…»

Εγώ πήγαινα τώρα κι έκανα πλάκα.

Α,στο γράμμα μου από κάτω, στο πρώτο γράμμα μου από κάτω έλεγα Λ..ς·

δεν έλεγα από κάτω το όνομά μου.

Λοιπόν…εεε… και…

Δεν μου απήντησε καθόλου. Έμεινε εκεί η υπόθεσις και κατόπιν εε, με τον Μάνο, αυτόν τον φίλο μου, ο οποίος την γνώριζε βέβαια, ήξερε τη μητέρα σου, αυτός τους στεφάνωσε·κλεμμένους τους στεφάνωσε, στς Αρμένους! 

Όταν την πήγε τη μητέρα σου στς Αρμένους, εκεί στο σπίτι που είχατε στς Αρμένους· αυτό το σπίτι που είναι κι η φωτογραφία τους παππού σου εκεί-και φαίνεται στη φωτογραφία, ίδιος ο Άκης, ίδιος ο Άκης, απαράλλαχτος! Ο ίδιος ο Άκης, φωτογραφία μεγάλη.

Λοιπόν και… λέω ότι έτσι κι έτσι του Μάνου-

να θυμηθώ τώρα πού τ’άφησα..εεε…

Ααα ναι ναι ναι, με τον Μάνο τώρα εγώ, εκόλλησα του Μάνου, οπωσδήποτε. Ο Μάνος ο οποίος πετιόταν. ερχόταν τακτικά στο Ηράκλειο·

«ξέρω ‘γω, ε νά’ρθεις στα Χανιά να σε γνωρίσω.», να πούμε κλπ.

Α, είπε στο Μάνο-διότι έμαθε εν τω μεταξύ η Ρίρα ότι εγώ ήμουν που έγραφα κλπ-ότι:

«μου κάνει εντύπωση»λέει, «ε, νά’ρθει τέλος πάντων να τον γνωρίσουμε, ποιος είναι αυτός» να πούμε.

Και πήγα στην Τέρψη, εκεί που ήταν το μαγαζί του παππού σου, προς την αγορά, εκεί από πίσω.

Εκεί από πίσω  λοιπόν στην Τέρψη, καθόμουνα και μου την έφερε τη Ρίρα, ο Μάνος, διαφορετική, τελείως διαφορετική, με κοντό μαλλί,  α λα γκαρσόν, ήταν τότε η εποχή έτσι, λέω «Μάνο εγώ δεν την ήξερα έτσι, τέλος πάντων, την ήξερα πως ήταν παλιά να πούμε».

Κι από κει ξεκίνησε μια ιστορία, από κει ξεκίνησε, που μου την έφερε.

Χάρηκα πολύ κλπ καθίστε να φάμε π.χ ένα γλυκό, είπαμε διάφορες ιστορίες κλπ κι από κει ξεκίνησε μια ιστορία,

η οποία δεν σ’ενδιαφέρει να πούμε.

 

                                                    20200811_135857.jpg

 

*από το Ειρήνη

(Αφήγηση του Λέανδρου,  14 Φεβρουαρίου 2020)

 

 

 

 

 

3 Replies to “της Ρίρας*

Απάντηση σε Δέσποινα Ακύρωση απάντησης