…σ’έναν καφενέ στο Αλγέρι, παίζοντας γκιουλ στο τάβλι μ’έναν άγνωστο και το δεξί μου χέρι-όταν δεν ρίχνει τα ζάρια-να ξαποσταίνει σ’έναν μηρό δίπλα μου τόσο μελαμψό, που γυάλιζε στο μισοσκόταδο.

Δεν καθόταν μαζί μου για την ομορφιά μου, όχι για το θεό, είχε μυριστεί Ξένο με ντιράμ και είχε αποφασίσει να γλεντήσει μαζί του απόψε.

Όλα επιτρέπονταν σ’αυτό το μαγαζί, το πνιγμένο σε πατημένο ταμπάκο με μέλι, όλα. Εκτός από τις ερωτήσεις και τα ονόματα.

Αν ήθελες την έλεγες την ιστορία σου, αλλά κανέναν δεν ενδιέφερε-ξέρανε όλοι πως είναι ψεύτικη όπως όλων οι ιστορίες εκεί μέσα.

Και το λιγοστό φως του σούρουπου που έμπαινε από ψηλά, από τους πλεχτούς φεγγίτες, ανακατευόταν με μια κοκκινάδα που απλωνόταν σαν τον αιθέρα στο μεγάλο το δωμάτιο και ξέφευγε σα φίδι και χανόταν στα μικρότερα δεξιά και αριστερά-ήταν σαν νά’χε πιάσει το μέρος φωτιά μα ο καπνός κανέναν δεν ενοχλούσε γιατί μύριζε σερμπέτι.

Το χέρι μου γλύστρησε από τον μηρό κι έφτασε αργά στην ζεστή κοιλιά. Αυτή, με μια μικρή ανάσα τεντώθηκε και επέτρεψε στα δάχτυλά μου να ανακατώσουν τις πέρλες που είχε στολισμένες στον βαθύ αφαλό της-βγαλμένες από τα βάθη της Ερυθράς,

Ο άγνωστος γκρίνιαξε γιατί ήτανε η σειρά μου να παίξω.

Αντιγύρισαν χαμόγελο τα αλμυρά τα γένεια μου, τα φύκια μου όπως μου τά’χε πει Αυτή, και βγήκε σιγαλή η φωνή μου:

-Αν η επόμενη ζαριά φέρει εφτάρι, θα σας πω την ιστορία μου.

Ο άλλος χαχάνισε και γύρισε σ’αυτόν που έπινε στο διπλανό τραπέζι γέλασε κι αυτός με τη σειρά του και τό’πε στον παραδίπλα.

Σε λίγο όλος ο καφενές ήξερε για το στοίχημα και το γλεντούσε.

Κανείς ποτέ δεν είχε καταφέρει εδώ μέσα να φέρει εφτάρι με τα ζάρια-κανείς, ποτέ.

Κι αυτό γιατί, όποιος το κατάφερνε έπρεπε μετά να ομολογήσει την αληθινή του ιστορία και μόνο. Αν ήταν ψέμματα έπεφτε νεκρός στη στιγμή με μελανιασμένη γλώσσα-έτσι έλεγε η παράδοση, έτσι λέγαν οι παλιοί, έτσι το πήρανε και τούτοι.

Άρχισα να τερερίζω μαζί με τα ζάρια στη χούφτα μου-όλοι τώρα σιώπησαν.

Ανάσα δεν ακουγόταν, ακόμα κι αυτός ο κόκκινος αιθέρας έμεινε θαρρείς ακίνητος.

Σφάλιξα τα βλέφαρα και τα χουφτιασμένα ζάρια λύσσαξαν σαν κόκκαλα μαντικά-μέχρι που τινάχτηκαν στην τάβλα σαν να αμόλησα σκυλιά.

Ο άγνωστος τινάχτηκε-όλοι περίμεναν ν’ακούσουν από αυτόν.

Εγώ σαν άγαλμα τυφλό με χέρια απλωμένα.

4 και 3

Τέσσερα και τρία.

Παγώσανε τα αίματα.

Ο άγνωστος που παίζαμε έκανε τον πρώτο θόρυβο-πήρε το σκαμνί του μακριά.

Μετά κινήθηκαν οι πέρλες δίπλα μου-μ’αφήνανε.

Όλοι κοιτάξαν προς το μέρος μου με γουρλωμένα μάτια.

Εγώ αργά κατέβασα τα χέρια, έπιασα και με τα δυο το πήλινο ποτήρι και είπα τους αργά:

“Πέρα από τις Στήλες στην άκρη του κόσμου, υπήρχε κάποτε ένα νησί, που το βουνό του ξέρασε φωτιά και το κατάπιε η θάλασσα.

Το νησί του αγίου Ιακώβου.

Είμαι ο μόνος που έζησε-

για να πει την ιστορία του:

Ήταν τέσσερις του Μάρτη όταν

0 Replies to “-Πού είσαι;

Απάντηση σε Kωστῆς Καλλιβρετάκης Ακύρωση απάντησης