Στις 25 Ιανουαρίου του 1970, σύμφωνα με πρόσφατα ευρεθείσες πηγές, αναφωνεί καθαρά στη ρεσεψιόν τού ξενοδοχείου Μιράντα στη Γλυφάδα, τον πρώτο του δίφθογγο μπα-μπα-μπα. Η προσθήκη και τρίτης συλλαβής μπα, προέκυψε σίγουρα μετά από γονεϊκή διαπραγμάτευση και αμφισβήτηση τού αν τελικά ακούστηκε σαφώς ένα μπαμπά ή όχι. Η καταγραφή με τρεις τελικά συλλαβές μάς οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτή έγινε μάλλον από την μητέρα. Ελπίζουμε, ως ευρυμαθείς αναγνώστες και ανοικτά μυαλά, το μόλις εννέα μηνών νήπιο να εκστόμισε πολύ σύντομα και το αντίστοιχο μα-μα, γιατί αλλιώς ο εμφύλιος ήταν προ των πυλών.

Εκ των υστέρων και κρίνοντας από την Ιστορία, το αναγκαίο για την ενδοοικογενειακή ειρήνη μα-μα, άργησε πολύ , έως και πάρα πολύ να ακουστεί, κι αυτό οδήγησε σε διαμάχες, διεκδικήσεις, ενίοτε και πολεμικές αποζημιώσεις.

Παρ’όλα αυτά το στόμα του νηπίου, μαζί με τα ροδαλά χειλάκια, τον ακούραστο λάρυγγα και την γλώσσα σα ροδάνι, άνοιξε ξανά και ξανά κι άρχισε να αντιγράφει, να πλάθει, ή κάποιες φορές να μένει απλά ορθάνοιχτο προς τέρψιν των απανταχού μυγών. Αναγκάστηκε καταρχάς να διπλασιάσει κι άλλες χρήσιμες συλλαβές, απόλυτα αναγκαίες, όπως πι-πι, κα-κα, και φυσικά το νά-νι σε παραλλαγές. Δυσκολεύτηκε αρκετά, αργότερα, με το γυαλιά , το οποίο καθαρά με υπαιτιότητα της λάθος δομής των ελληνικών και μόνο, δηλαδή κάπου έλεος, εκφερόταν για χρόνια ως γιαγιά. Ο λόγος που ξεπεράστηκε ο σκόπελος παραμένει στον χρονογράφο άγνωστος, αλλά ο αστικός μύθος που έχει φτάσει μέχρις τις μέρες μας λέει, πως βοήθησε το γεγονός πως η γιαγιά του φορούσε-όταν έπλεκε- γυαλιά, οπότε εξ ανάγκης έπρεπε το ήδη αγαπητό και διακριτό εννοιολογικά υποκείμενο, να διαχωριστεί πλέον κάπως και σημειολογικά από το αντικείμενο.

Χύθηκε πολύς ιδρώτας έως την επίτευξη του στόχου(απ’ ό,τι λένε.)

Στο νηπιαγωγείο δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα. Εκεί έμαθε και τα πρώτα του αγγλικά δισύλλαβα, όπως το pa-pa, αλλά έχοντας εντρυφήσει ήδη στην παγκόσμια διπλωματία, στο σπίτι δεν είπε τίποτα μέχρι να του μάθουν στο νηπιαγωγείο το ma-ma. Πάντως αργότερα μπήκαν και πιο μεγαλεπήβολα δισύλλαβα, όπως τα Πα-τρίς, Ελ-λάς, αλλά αυτά πια στο δημοτικό, όπου τού είχαν δώσει κι ένα κοντάρι με μια Ση-μαί-α (οκ τρισύλλαβο), πάνω στο οποίο ουκ ολίγες φορές κατά τη διάρκεια των εθνικών εορτών τον έπαιρνε ο ύπνος.

Αλλά ας μην κουράσουμε με λεπτομέρειες της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης του νηπίου. Ας πούμε μόνο πως εκατοντάδες λέξεις, χιλιάδες, διαπέρασαν τ’ αυτιά του-μάλλον το μυαλό του, όλα αυτά τα χρόνια.

Φτάνοντας ασθμαίνοντας τον μισό αιώνα ζωής, κατέληξε πως δύο λέξεις αδυνατεί ακόμα να διαχειριστεί, δύο είναι οι λέξεις που τού προκαλούν πάντα ίλιγγο:

Η τράπεζα και η αγάπη.

Τρέχα γύρευε γιατί.

(Το Ξενοδοχείο Μιράντα είναι εδώ και πολλά χρόνια ξενοδοχείο ημιδιαμονής. Όχι όμως και τότε, μην κακοχαρακτηρίσουμε και την οικογένεια κιόλας! -εκτός βέβαια από κάποια δωματιάκια με πίσω πόρτα, έτοιμα να υποδεχτούν τους αμερικανούς από τη βάση του Ελληνικού)

(Το παρόν δακτυλογραφήθηκε με αφορμή τα προ εβδομάδας πεντηκοστά γενέθλια τού γράφοντος.)

0 Replies to “Μιράντα

Απάντηση σε Kωστῆς Καλλιβρετάκης Ακύρωση απάντησης