Ξεπρόβαλε μέσα από τον ελαιώνα, διέσχισε αργά τον παραλιακό, δρασκέλισε με δυσκολία τις ρίζες από το σκιερό αρμυρίκι και βύθισε επιτέλους το μπαστούνι της στην άμμο.

Εκεί κοντοστάθηκε να πάρει μιαν ανάσα. Κοίταξε ίσια πέρα τη θάλασσα που ρυτίδιαζε. Λίγα μέτρα την χώριζαν από την καθημερινή της βουτιά.

Το μπαστούνι διέγραψε την παραδοσιακή του τροχιά και ξαναχώθηκε μισό βήμα παρακάτω. Τώρα, όσο πλησίαζε, όλα γίνονταν όλο και πιο αργά, όλο και πιο δύσκολα.

Αλλά σε κάθε στάση τα πεινασμένα μάτια της αναζητούσαν το κύμα που λαμπύριζε και βουτούσαν μέσα του πάλι δεκατριών χρονών.

Και ήταν σαν το κορμί της να ξαναθυμόταν, και δώστου τότε με όση δύναμη είχε να ξεμπήγει το μισοβυθισμένο μπαστούνι.

Ο χρόνος πλάτιασε και την αγκάλιασε να φτάσει στον προορισμό της, να, μισό μέτρο από τον αφρό.

Εκεί κι απόθεσε.

Τα δάχτυλά της ψαχούλεψαν με απρόσμενο πυρετό την τσάντα θαλάσσης κι έβγαλαν από μέσα το μονόχρωμο, μαύρο τι άλλο, μαγιώ.

Κοίταξε ένα βλέμμα γύρω, χαμογέλασε με το ζευγαράκι που την παρατηρούσε από το παραδιπλανό αρμυρίκι και συνέχισε.

Δεν την ένοιαζε.

Έλυσε τη ζώνη της και άφησε να πέσει από τους ώμους το εμπριμέ μπουρνούζι.

Όλα τώρα έπρεπε να γίνουν με προσοχή:

τα καφέ εσώρουχα να βγουν και να κρυφτούν στεγνά μες τη τσάντα και το μαύρο ολόσωμο μαγιώ να το δει ο ήλιος και να το φιλήσει το αλάτι.

Ειρηνικά, με αγάπη εκτελέστηκε ολόκληρη η τελετουργία, με μικρή πλάτη προς το ζευγαράκι και το μπουρνούζι ριγμένο στην πλάτη να κρατά κρυφά τ’απόκρυφα.

Αλλά και τι είχε να κρύψει-

“Μπάρεμ…” (θα) σκέφτηκε στα τουρκοκρητικά.

Χαμογέλασε μοναχή και σήκωσε και τη δεύτερη τιράντα.

Ξετύλιξε από δεξιά προς αριστερά το κίτρινο τσεμπέρι που σκέπαζε τις ολόλευκες μπουκλίτσες τις’ το ακούμπησε στην πετσέτα και το καπάκωσε με τη τσάντα, μην της το πάρει ο αέρας.

Ακούμπησε τις παλάμες της στα ζεστά βοτσαλάκια κι άρχισε γοφό-γοφό να κατηφορίζει προς το νερό.

Μα η θαλασσίτσα που την γνώριζε, έκανε μια, κι απλώθηκε λίγο παραέξω για να την τραβήξει μέσα της πιο σύντομα,πιο απαλά.

Εκεί ακούστηκε κελάρυσμα τόσο γάργαρο, που δεν ξεχώρισες αν ήταν το κύμα ή το γέλιο της.

Τα είχε καταφέρει και σήμερα.

0 Replies to “το κίτρινο τσεμπέρι

Απάντηση σε Δέσποινα Ακύρωση απάντησης