Ήταν αδύνατον να το αντιληφθεί κάποιος από τους περαστικούς· ίσως σε μιαν άλλη εποχή, κάποια άλλα χρόνια-παλιά κατά προτίμηση. Κι αυτό όχι για κανένα άλλον λόγο, αλλά να, οι διαβάτες σπάνια πια σήκωναν το βλέμμα ψηλά· εδώ τρόμαζαν να το σηκώσουν στο ύψος κάποιου άλλου βλέμματος, πόσω μάλλον προς τον ουρανό–ή για να είμαι πιο ακριβής, προς την κορφή ενός δένδρου· ενός αληθινά ψηλού δέντρου, πάνω από εικοσιπέντε μέτρα πρέπει νά’τανε, μια λεύκα λυγερή και ακμαία, μια ομορφιά πολλών δεκαετιών, που παράβγαινε με άνεση την γωνιακή πολυκατοικία·την μοναδική  του τετραγώνου.

Κι ήταν αυτή ακριβώς η πολυκατοικία ο λόγος που εγώ και όχι κάποιος από τους επίγειους πεζοπόρους, μπόρεσα να απολαύσω αυτή την εικόνα που θα σας περιγράψω αμέσως, χωρίς άλλες περιστροφές.
Γιατί εκεί, από το ύψος του πέμπτου ορόφου είχα την πιο καθαρή οπτική απέναντι στα γεγονότα-αλλά μακρηγορώ και ζητώ συγνώμη.

Ήταν λοιπόν μια από εκείνες τις θυελλώδεις νύχτες τού τάδε έτους. Είχε χρόνια να κάνει τέτοιο άγριο χειμώνα στην περιοχή. Τις νύχτες τις σχεδόν πολικές πια, ούρλιαζε ένας άνεμος που κάποτε θα τον χαρακτηρίζαμε βοριά. Από τότε όμως που άλλαξε η πολικότητα του Άξονα, ό,τι είχες μάθει στο σχολείο δεν ίσχυε πια.
Κι έτσι οι άνεμοι είχαν πια ονόματα ακατάληπτα, νούμερα και κωδικούς γιατί ο καθένας ήταν τόσο ιδιαίτερος και τόσο μοναδικός. Δεν ερχόταν από μια μεριά, άλλαζε προέλευση, άλλαζε κατεύθυνση,   απλωνόταν, διαχεόταν, μετά μαζευόταν, γινόταν μια φευγαλέα ριπή και χανόταν. Σαν θηρία ήταν οι άνεμοι πια και κανένα μετεωρολογικό μοντέλο δεν μπορούσε να τους ερμηνεύσει. Όλα τα μοντέλα ήταν έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες άχρηστα.

Αλλά πάλι ξεφεύγω και ζητώ συγνώμη. Βλέπετε χρόνια μόνος, κλεισμένος πίσω από αυτό το μπαλκόνι, ξεσυνήθισα να μοιράζομαι·κι όταν βρίσκω κάποιον να του πω, τού δίνω και καταλαβαίνει.

Ήταν λοιπόν μια νυχτιά τρομακτική. Οι τέντες του μπαλκονιού ξεριζωμένες από καιρό, δεν άντεξαν άλλο. Τώρα ήταν όμως σαν να είχε έρθει η σειρά του μπαλκονιού. Και ίσως αργότερα και του ίδιου του ορόφου, ποιος ξέρει.
Εγώ, όπως πάντα τυλιγμένος με τις βαριές κουβέρτες πάνω από τα συνθετικά παπλώματα, να προσπαθώ να επιβληθώ στα όνειρά μου, με το αυτί μου στημένο στα ουρλιαχτά των στοιχειών που λυσσομανούσαν έξω-απόψε χαλάζι από τα θραύσματα τού  κοραλλιογενή -κάποτε-υφάλου της Αυστραλίας κι ένας άγνωστος άνεμος, βαφτισμένος από τις ινδικές βέδες.

Δεν ξεμύτισα ούτε στιγμή. Δεν μ’ενδιέφερε, δεν με απασχολούσε τι θα ξημερώσει, σε ποιο βομβαρδισμένο τοπίο θα βρεθώ το πρωί. Όλα ήταν θέμα συνήθειας πλέον.

Τα τιτιβίσματα των  κορυδαλλών,  που έρχονταν από ένα app του κινητού μου, με ξύπνησαν γλυκά και μου επέτρεψαν να χουζουρέψω άλλο ένα τέταρτο- κατά παραγγελία.
Όταν επιτέλους ανασηκώθηκα, έβαλα σε λειτουργία το ημιλειτουργικό ηλεκτρικό ρολλό και περίμενα ράθυμα να δω το φως της νέας μέρας και το σύνηθες σκατί χρώμα του ουρανού.
Τα μάτια μου καρφώθηκαν κατευθείαν πάνω στην ορφανή από φύλλα λεύκα. Είχε αρπαχτεί από τα κλαδιά της ένα μακρύ, πολύ μακρύ, αδιανόητα μακρύ και διάφανο πέπλο, από πλαστικό. Από αυτά που σκεπάζουν πράγματα να μη βραχούν. Προφανώς το είχε σκάσει από κάποιο φορτηγό, κάποιο πάγκο εμπορευμάτων, ίσως από κάποια οικοδομή. Από όπου και να είχε φύγει, ήταν σίγουρα καλύτερα εκεί που τώρα το αντίκρυζα.

Ανέμιζε, σχεδόν με νάζι, τινάζοντας σαν ουρά αλόγου την ελεύθερη άκρη του. Η μπλεγμένη του μεριά είχε τυλιχτεί στην άκρη δύο τρυφερών αν και κατάξερων κλαδιών.
Ο ήλιος πότε το διαπερνούσε και πότε διαθλούταν κάνοντας την ακόμη βρεγμένη επιφάνειά του να στραφταλίζει· ήμουν σίγουρος πως είδα αφρό να ξεχύνεται και κύματα από εκείνες τις παραλίες τ’απογεύματα·και με νανούριζε αυτό και με ηρεμούσε και σχεδόν το άκουγα να τραγουδά, να μουρμουρίζει μια μελωδία όμοια με εκείνη των Σειρήνων·και τότε ίσα που θρόιζε και η λεύκα σαν απόκριση αλλά μετά θυμόταν πως είχε από χρόνια ξεραθεί και σώπαινε. Και να το πέπλο να ξαναδοκιμάζει. Τεντωνόταν, στριφογύριζε και στο τέλος πετούσε με ορμή και το υπόλοιπο κορμί του πάνω της, ποθώντας την αγκαλιά της.
Αποζητούσε να αιχμαλωτιστεί.

Κι εγώ το αντίκρυζα· κι ήθελα να κάνω μια έτσι και να το ελευθερώσω να πετάξει·σα χαρταετός, να φύγει να χαθεί. Αλλά πάλι σκεφτόμουν πως δεν είχα το δικαίωμα, ήτανε για να βρεθούν·ποιος ήμουν εγώ να τους χωρίσω.

Κι έτσι τους άφησα να ζήσουνε μαζί.

Μες τις νύχτες και τα ατελείωτα σκοτάδια, μες τις ημέρες με τον ασθενικό τον άυπνο ήλιο, με όλους τους καιρούς, εκεί να χορεύουν, μαζί, πάντα μαζί, βγάζοντας τη γλώσσα στους άγνωστους ανέμους, που βρυχώνταν πότε να σκίσουνε το πέπλο, πότε να ρίξουνε τη λεύκα, αλλά τίποτα, ποτέ δεν τα κατάφεραν.

Και πέρασε ο καιρός, και φεύγανε τα πρωινά που έβγαινα στο μπαλκόνι αποζητώντας να τους μιλήσω, να τους γνέψω από απέναντι και να τους πω, πως αυτό το μυστικό θα το κρατήσω καλά φυλαγμένο.

Όπως κι έγινε.

Ποτέ δεν έδειξα σε κάποιον από το μπαλκόνι μου το σφιχταγκάλιασμά τους. Ποτέ δεν φώναξα, σε κανέναν διαβάτη να κοιτάξει ψηλά. Ποτέ δεν πρόδωσα το μυστικό τους,  


ποτέ δεν μίλησα σε κάποιον για τον Πέπλο και τη Λεύκα.

Και τώρα δα, σε κανέναν δεν το αποκαλύπτω. Τα γράφω σα σε διαθήκη κι αφήνω τα γραμμένα να ταξιδέψουν, να βρουν την τύχηαποκαλ

Ποιος ξέρει. Μπορεί κάποτε κάποιος να απαγγείλει την ραψωδία αυτών των τελευταίων εραστών, που άντεξαν αιώνες ο ένας στην αγκαλιά του άλλου-

-μιας κατάξερης λεύκας κι ενός pvc. 


20190313_171539.jpg

  

0 Replies to “ο Πέπλος και η Λεύκα

Άφησε ένα σχόλιο