Είχε τη φήμη ιδιαίτερου συλλέκτη·ταυτόχρονα όμως και τον χαρακτηρισμό του μονομανή μιας και το ενδιαφέρον του στρεφόταν αποκλειστικά σε ένα και μόνο πράγμα·στα επιτραπέζια λαμπατέρ.

Έψαχνε, ανακάλυπτε, αγόραζε απ’όλη την υδρόγειο, δεν είχε ενδοιασμούς ως προς την πραγματική αξία του αντικειμένου. Μπορούσε ακόμα και σε ένα περίπατό του να έβλεπε κάτι στο δρόμο, πεταμένο στα σκουπίδια ή αφημένο στο πεζοδρόμιο, αυτός το μάζευε χωρίς σκέψη·και την άλλη μέρα το πρωί ήταν ικανός να δώσει ακόμα και χίλια ευρώ για κάτι που θα έβλεπε στο διαδίκτυο ή σε μια δημοπρασία.

Με δύο περιορισμούς:

Να είναι άθικτο και να είναι φτιαγμένο μέχρι τις αρχές του’90.

Και είχε φτάσει η συλλογή του να αριθμεί χιλιάδες κομμάτια. Αλλά σε ελάχιστους επέτρεπε να τη δουν και πόσω μάλλον να τη φωτογραφίσουν. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τους διάφορους συλλέκτες, δεν τροφοδοτούσε ο ίδιος τον προσωπικό του μύθο, ήταν μάλλον αυτή η κρυψίνοια που αύξανε τη φήμη τη δική του στους αντίστοιχους κύκλους. Και ακριβώς λόγω αυτής της κρυψίνοιας, ήταν μια έκπληξη όταν χτύπησε το τηλέφωνο τού Ζ.Χ και βρέθηκε το επόμενο σούρουπο έξω από το σπίτι τού συλλέκτη, κάπου στα βόρεια προάστια για “μια συνέντευξη μικρή και περιεκτική, χωρίς φωτογράφο, ούτε ηχογράφηση”, όπως τόνισε ο αρχισυντάκτης του.

Τον υποδέχτηκε ένας απλός άνθρωπος γύρω στα πενήντα, με μια φυσιογνωμία που δεν παρέπεμπε με τίποτα στην εικόνα που είχε ο Ζ.Χ αυθαίρετα φτιάξει.
Πράος, ήσυχος, με μία ουσιαστική ευγένεια, μετά τις απαραίτητες συστάσεις τον οδήγησε κατευθείαν στο χώρο της συλλογής, χωρίς να περάσει καν από το υπόλοιπο σπίτι. Εκεί, βρέθηκε μπροστά σε μια μαγική εικόνα·σε έναν ενιαίο χώρο-άνω των εκατό τετραγωνικών- βρίσκονταν ακουμπισμένα με προσοχή αναρίθμητα λαμπατέρ·όλων των χρωμάτων, όλων των σχεδίων και αποχρώσεων, όλων των ηλικιών και όλα σε εξαιρετική κατάσταση, με μία ελαφριά σκόνη να απλώνεται πάνω στις καμπύλες τους, χωρίς αυτή όμως να αλλοιώνει στο ελάχιστο το τεράστιο παζλ από λαμπατέρ, με αμπαζούρ όλων των σχημάτων, έτοιμα να πηγάσουν, κατευθύνουν, να μεταμορφώσουν, να σκεπάσουν ή ακόμα και να πνίξουν Φως.

Αλλά ήταν όλα σβηστά.

Αφού έκανε τις ελάχιστες τυπικές ερωτήσεις, όπως ας πούμε πόσα χρόνια χρειάστηκαν για τη συλλογή κλπ, απηύθυνε και μια ερώτηση για το πώς ξεκίνησε αυτή η ενασχόληση πώς έγινε η επιλογή του αντικειμένου, τέλος πάντων.
Σε εκείνο το σημείο δέχτηκε ως απάντηση μια σιωπή, μια παύση όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια: “μου άρεσαν από παιδί”.
Αφήνοντας λίγες στιγμές την αμηχανία να πλανηθεί, αποφάσισε να προχωρήσει σε πιο”ελαφριά” ερώτηση: “Ανάβουν;;;”
Ούτε το χαμόγελό του φάνηκε να συμπαρασύρει τον συνομιλητή, ο οποίος αντί απάντησης έσβησε το γενικό φωτισμό του δωματίου. Ύστερα ακούστηκε ένα κλικ· διακόπτη.

Και άναψε μόνο ένα.

Δεν το είχε προσέξει μέχρι τότε και δικαιολογημένα μέσα στο χαμό·ήταν το μόνο προστατευμένο με θήκη από τζάμι.
Πλησίασε αφηρημένος αυτή την μοναδική πηγή φωτός στο δωμάτιο.

Ένα λαμπατέρ με λευκή βάση, κάπως χοντρουλή, με ρυάκια χρυσού χρώματος να τη διατρέχουν κι ένα αμπαζούρ κρεμ. Τίποτα ιδιαίτερο, ένα κιτς λαμπατέρ της δεκαετίας του ’80, από αυτά που κανείς άνθρωπος με αισθητική δε θα το έβαζε σπίτι του-τουλάχιστον στην εποχή μας.

Αλλά ω,

ήταν σπασμένο.

Έλειπε ένα κομμάτι από το πλάι της βάσης, ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι·απόρησα πως στεκόταν. Αλλά απόρησα και γιατί αυτό το λαμπατέρ βρισκόταν εδώ,το μόνο μη άθικτο και γιατί μέσα σε θήκη-

-“τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το έκθεμα;”, ρώτησε ελπίζοντας να μην θεωρηθεί ενοχλητικός. Εκεί ο οικοδεσπότης, προς έκπληξή του, έδειξε να ζωηρεύει:
“Α, να απλά, έχει μια ιδιαίτερη ιστορία πίσω του και όταν μου τη διηγήθηκε αυτός που μου το πούλησε, κάπως με κινητοποίησε άγνωστο γιατί.”
Βλέποντας πως ο Ζ.Χ αυτή τη φορά σιωπούσε, συνέχισε από μόνος του:

“Έφτασε από απανωτές κληρονομιές στα χέρια του πωλητή και η ιστορία πέρασε από στόμα σε στόμα. Αστική οικογένεια, ευκατάστατη κάποτε, αυτό το λαμπατέρ υπήρχε μέχρι το τέλος στο σπίτι ως ένα δείγμα παλαιού κλέους και καμάρι της υπέργηρης μητέρας, που είχε απομείνει στο διαμέρισμα με τον ένα γιό. Η οικογένεια είχε καταστραφεί, ο πατέρας δεν υπήρχε πια, και η μητέρα με διαλυμένη υγεία, κυκλοφορώντας με ένα Πι μέσα στο σπίτι ήταν χαμένη στις αναμνήσεις. Ο γιος, μπλεγμένος με χρέη, είχε προσωρινά μεταναστεύσει, αλλά πηγαινοερχόταν για να την φροντίζει κι αυτή όπως είναι λογικό κρεμόταν από αυτόν·και φυσικά της έλειπε αφόρητα. Όταν λοιπόν αυτός επέστρεφε σπίτι, αποζητούσε την παρέα του, πολλές φορές με φορτικό τρόπο. Αυτός δεν άντεχε πάντα αυτή την παραπανίσια πίεση και θύμωνε. Μετά βέβαια πάντα μαλάκωνε, ήξερε πως κανείς δεν φταίει για τίποτε και πως είχε απέναντί του έναν άρρωστο άνθρωπο που απλά τον υπεραγαπούσε.
Αλλά μια ημέρα, δεν άντεξε·Δεν άντεχε τη ζωή του, δεν άντεχε να τον κυνηγούν, δεν άντεχε να μιλάει, ήθελε να ήταν όλα αλλιώς, ήθελε σιωπή και ησυχία αλλά υπολόγιζε χωρίς τη μητέρα και χωρίς αυτό το αργόσυρτο κλακ-κλακ που έκανε το Πι πλησιάζοντας από την γωνία του χωλ με κατεύθυνση το τραπέζι που καθόταν, και προσπαθούσε να μαζέψει το μυαλό του.
Όταν εμφανίστηκε μπροστά του της μίλησε απότομα. Αυτή του απάντησε με αγάπη και ζήτησε μόνο να τον φιλήσει και θα φύγει. Αυτός όμως δεν το ήθελε, από μικρός δεν την άφηνε να τον φιλήσει, και τέλος πάντων ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε αυτή τη στιγμή. Αυτή όμως, επέμεινε και τον πλησίασε κλακ-κλακ, αυτός οργίστηκε, αυτή σταμάτησε, τον κοίταξε και βούρκωσε. Αυτό τον έκανε έξαλλο κι άρχισε να λέει λόγια που ποτέ δεν μπόρεσε να τα ξαναφέρει στο μυαλό του, αυτή έλεγε συνέχεια “τι σου έχω κάνει, τι;” κι αυτός ο πόνος της τον έκανε ακόμα πιο τρελό και ξαφνικά μην αντέχοντας (ποιον;), ούρλιαξε κι έριξε στο πάτωμα το λευκό λαμπατέρ.

Κρακ.

Έγινε μια σιωπή.

Το Πι έκανε μια μεταβολή κι έφυγε αργά με ένα ψίθυρο, σαν προσευχή, κάτι σαν “Παναγία μου, το παιδί μου, το παιδί μου…”

Αυτός έμεινε μετέωρος·με το χέρι να τρέμει λες και είχε διαπράξει φόνο.

Ρίχτηκε στα γόνατα και μάζεψε το λαμπατέρ, μαζί και το κομμάτι που είχε σπάσει.

“Θα φτιαχτεί μαμά, θα το κολλήσω, θα γίνει όπως πριν!”

Δεν πήρε απόκριση. Ο ψίθυρος είχε γίνει αναφιλητό.

Δικό της και δικό του.

Παύση.

“Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία του λευκού λαμπατέρ. Είναι το μόνο κομμάτι της συλλογής που συνοδεύεται από μια ιστορία και γι’ αυτό το θεωρώ ας πούμε ιδιαίτερο.”, είπε και μου χαμογέλασε.

Ο Ζ.Χ κοίταξε μια αυτόν και μια το λαμπατέρ.

“Το κομμάτι που είχε σπάσει, σας το έδωσαν κι αυτό;” ξεστόμισα χωρίς να παίξει άλλο το παιχνίδι με τα χαμόγελα.
“Α, δυστυχώς όχι μετά από τόσα χρόνια έχει χαθεί, το αναζήτησα κι εγώ είναι η αλήθεια αλλά ο πωλητής ήταν απόλυτος. Μετά από τόσα χέρια και σπίτια που άλλαξε το λαμπατέρ, φυσικό ήταν να χαθεί κάπου και το κομμάτι.”
“Ναι, σωστά.”συμφώνησε ο Ζ.Χ και κάπου εκεί η συνέντευξη πήρε τέλος, συνοδευόμενη κι από μια βιαστική χειραψία με υποψία ιδρωμένης παλάμης.

Και ήταν κρίμα που δεν έμεινε ο Ζ.Χ λίγο παραπάνω·θα έβλεπε αυτά τα ίσως ιδρωμένα δάκτυλα, να ανοίγουν ένα συρτάρι ενός παρακείμενου σεκρετέρ και μια ξύλινη κασετίνα να βγαίνει από μέσα και να ξεκλειδώνει. Και θα έβλεπε πάνω στην μαλακή τσόχινη θήκη να ησυχάζει ένα λευκό κομμάτι λαμπατέρ, με τα χρυσά ρυάκια του να διακόπτονται βίαια·τα ιδρωμένα δάχτυλα να το διατρέχουν απαλά, χωρίς να το ξυπνάνε κι ύστερα να το φυλάνε πάλι στην κρύπτη·

του μυαλού.

λαμπατέρ

0 Replies to “Το Λευκό Λαμπατέρ

Απάντηση σε Haris Krommydas Ακύρωση απάντησης