Τούς χωρίζαν κανά δυο μέτρα και πέντ’έξη χρόνια διαφορά στην ηλικία°στα άσπρα τους χρόνια και οι δύο.

Κάθονταν στο παραθαλάσσιο κέντρο σε διπλανά τραπέζια αντικριστά °ο ένας αγνάντευε το έμπα του λιμανιού και ο άλλος τα αμάξια που περνούσαν.

Κάθονταν, σαν από συνήθειο, στην κεφαλή του τραπεζιού τους, όπως οι πατροπαράδοτοι οικογενειάρχες°εκεί απ’όπου το μάτι σου ελέγχει τα πάντα.

Μόνο που ήταν και οι δύο μονάχοι.

Ο ένας, που χάζευε το δρόμο, είχε μπροστά του ένα ποτηράκι ούζο, ενώ ο άλλος, που τον παρέσερνε η θάλασσα, σκούπιζε κάθε τόσο τα χείλια του από τον αφρό της μπύρας.

Ησυχία βασίλευε στα δυο τραπέζια και όποια φασαρία γινόταν, ερχόταν αποκλειστικά από την παρακείμενη παιδική χαρά.

Αλλά αυτούς δεν τους ενοχλούσε. Συνέχιζαν, ο καθένας στο δικό του ρυθμό, να βρέχουν τα χείλια τους τελετουργικά.

Ένιωθες πως έβλεπαν ο ένας τον άλλον αλλά χωρίς να κοιτάζονται. Αφουγκράζονταν με όλο τους το κορμί και περίμεναν.

Ζύγιζαν τη σιωπή.

“Εσύ θυμάσαι γιατί είχαμε μαλώσει; „

μίλησε ο μεγαλύτερος με απαλή φωνή, αφήνοντας κάτω το ούζο του.

Είχε στραφεί ανεπαίσθητα προς το διπλανό τραπέζι.

Δεν πήρε απόκριση.

Μόνο τα χέρια τού άλλου προδώσαν, καθώς στριφογύρισαν τη μπύρα-ίσως και τα δάχτυλα να σκούπισαν την υγρασία από το χερούλι του ποτηριού.

“Κάτι ήταν εκεί στο…με το…, δεν είμαι σίγουρος, περάσαν και τα χρόνια.” , είπε στο τέλος μέσα από το στήθος του.

“Ναι, περάσανε”, μουρμούρισε ξανά απαλά ο πρώτος.

Παύση μισού.

Παύση ολόκληρου.

Επανάληψη των παύσεων-αέναη.

Και ο μετρονόμος να χτυπά δίνοντας το χρόνο και δείχνοντας το χρόνο που περνά-

Και τότε η μπύρα αναδύθηκε, το ποτήρι αιωρήθηκε, ταξίδεψε λίγα μέτρα δίπλα και ήρθε και στάθηκε κοντά στο ούζο. Ήσυχα σύρθηκε και η καρέκλα, ήσυχα ακούμπησαν και οι αγκώνες στο καινούριο τραπέζι° κι έτσι ήσυχα απέμειναν και τα δυο βλέμματα να αγναντεύουν, χωρίς πολλά-πολλά, τό’να τη θάλασσα, το άλλο τη στεριά.

Μα ήταν σαν να ανήκαν πια στον ίδιο άνθρωπο.

0 Replies to “Κιάτο

Άφησε ένα σχόλιο