Γράφτηκε σε ένα εν θερμώ φευγιό, όταν πήρα κυριολεκτικά το πρώτο βαπόρι που είδα μπροστά μου, χωρίς να ξέρω πού πάει και κατέληξα στην τότε άγονη γραμμή, σε ένα νησί άγνωστο. Με υποδέχτηκε αρχές Μάρτη μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα-θεωρώντας πως είμαι μάλλον ανισόρροπος-ο κυρ-Νικήτας (ναι, ο Τσίφτης). Δεν θα ξεχάσω τα μάτια του όταν με είδε να πηδάω εν μέσω τρικυμίας από τον καταπέλτη, μόνος αποβάτης, και να ζητάω κατάλυμα.

Είναι απόκριες του 1994, μόλις έχει αποβιώσει η Μελίνα Μερκούρη.

Είμαι εικοσιπέντε χρονών και-

δεν υπάρχουν κινητά.

 

Μέρα πρώτη

Της νύχτας τα καμώματα τα είδε η μέρα και δε γέλασε·ταξιδεύω χωρίς να έχω πλήρη συναίσθηση.

Ώρες ατέλειωτες, κύματα ατέλειωτα, άνεμος ασταμάτητος και σκέψεις αστείρευτες·ο αφρός μού παίρνει το μυαλό·η εικόνα σου μπροστά μου ξανά και ξανά·γιατί; Εξαφανίζομαι τρέχοντας·αισθάνομαι κυνηγημένος και πουλημένος, όπως πουλημένη αισθάνθηκες κάποτε κι εσύ.

Ούτε που ξέρω τι θα βρω εκεί που πάω·ό,τι είναι να γίνει να γίνει·σκέφτομαι να σου τηλεφωνήσω όταν φτάσω·όχι! Δε θα το κάνω·μπορεί να μην κοιμηθώ όλη νύχτα αλλά δε θα το κάνω.

Σκοτάδι·έχω δυο ώρες ακόμα·η πλήρης μοναξιά. Τρικυμία…

/

Μοναδικό τοπίο·λυσσασμένος αέρας·αυτοί οι άνθρωποι έχουν μόνο τη θάλασσα στη ζωή τους·με φιλοξενούν.

“Τό’ξερα ‘γω για τον καιρό, είδα το μεσημέρι λιμνούλες στην άμμο·τα σημάδια της φύσης…”, μου κάνει ο παππούς και τότε σκέφθηκα ότι θά’θελα νάσουν’εδώ να τ’ ακούσεις·σκατά.

Καληνύχτα.

 

Μέρα δεύτερη

Παίρνω το μονοπάτι ως την κορφή στην Παναγία. Άνεμος, άνεμος, άνεμος και μόνο άνεμος·κύματα·κατηφορίζω από την άλλη πλευρά·η καταπράσινη ρεματιά από κάτω, καταλήγει στην άμμο· η θάλασσα τη γλύφει, την παρασύρει , τη σηκώνει και την τινάζει·γυρνώ να σε κοιτάξω, να δω αν χαμογελάς μ’αυτό που βλέπεις αλλά δεν είσαι δίπλα μου. Συνέρχομαι·κάθομαι κάτω από το λυγισμένο πεύκο και χαζεύω·κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι·μου λείπεις, σου μαζεύω λουλουδάκια.

Κατηφορίζω, κουτρουβαλώ στις πρασινάδες, φτάνω στην κοιλάδα, σέρνομαι στην αμμουδιά, προσεύχομαι στο νερό, βρίσκω απανεμιά, κοιμάμαι. Τραγουδώ, η ώρα έχει περάσει, επιστρέφω ψηλά στο πεύκο, αφουγκράζομαι·ο αέρας είναι η ανάσα της γης·μόνο εδώ το καταλαβαίνεις, σ’αυτό το ξεχασμένο νησί.

Ο παππούς ταβερνοπαντοπώλης με καλωσορίζει. Ηθικές αξίες του νησιού, μνήμες παλιές ιστορίες, “κέρασμα οι μπύρες…”, διδάγματα·γελάμε εσύ κι εγώ, κι αυτός χαίρεται·ο καπετάν-Χρήστος.

Το βράδυ όλοι στο άλλο μικρό καφενείο. Με υποδέχονται ζεστά·κουβέντες γύρω απ’όλα, μακαρονάδα κούκλα (σ’αρέσει, γουργουρίζεις κι εγώ χαίρομαι), τα νέα της θάλασσας, της γιαγιάς που λιποθύμησε, της Μελίνας, χαρτιά και δίπλα μου ο Μιχαήλ-Ρώσος χορευτής, τώρα ξεχορταριαστής κτημάτων-τρώει μαζί μου.

“Πώς κι από δω τέτοια εποχή;”, δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, “ξεκούραση…” λέω.

Καθόμαστε μέχρι αργά με το Σπύρο και τα λέμε·πριν τις δέκα το διαλύουμε με υπόσχεση να με πάρει στο ψάρεμα. Θες νά’ρθεις κι εσύ·δεν μπορείς μωρό μου, είσαι στην Αθήνα…

Καληνύχτα.

 

Μέρα τρίτη

Περπατώ και πετώ·αλήθεια πετώ·έχω ανοίξει τα χέρια μου κι αφήνω όλο το βάρος μου, εκεί ψηλά στην κορφή κι ο άνεμος με οδηγεί. Κόβω το βουνό, όχι από το μονοπάτι και βγαίνω στη δεύτερη κορυφή·έχω διασχίσει το πετρωμένο ποτάμι και τώρα το στοιχειό του νησιού με πάει στην άκρη στο γκρεμό, στη θάλασσα·μικρό κατάλυμα βοσκού και μπροστά μου το παν·το μάτι μου βλέπει πέρα μακριά τα κύματα να σκάνε στην πλάτη των Μακάρων·στην επιστροφή τραγουδώ και γελώ: “Νους Ταριάν, χαχαχα, Νους Ταριάν…”. Το φύσημα με ρίχνει·επικίνδυνο·παρ’ολίγο…

Αράζω στη γνώριμη αμμουδιά ακούγοντας γλάρους, καρακάξες και σουσουράδες·χαζεύω τα κύματα πώς διπλώνουν πριν σκάσουν·αυτό το μέρος το λατρεύεις·αυτό, και το πεύκο εκεί ψηλά.

Σε σκέφτομαι μες τους τοίχους του πύργου μου·μέλι·σούρουπο, όλοι στο καφενείο. 

Συζήτηση για ψάρια, για γουρούνια, για σφάχτες, για τσιμπούσια, για ηλικίες, ιστορίες, εγώ στην άκρη, κάποιοι με συμπαθούν, κάποιοι άλλοι όχι-κυρίως οι “Αθηναίοι” που φοβούνται μη χάσουν δόξα από τους πραγματικούς Αθηναίους, ποιοι, αυτοί, με τα παχιά τα λόγια και τις ιστορίες γι’αγρίους-εγώ γελώ, ο κυρ-Νικήτας με κοιτά με νόημα·την προφορά τους τη λατρεύω, είναι μοναδική, κοκκινιστό με πατάτες, γέλια. 

Μένουμε λίγοι, τηλέφωνο·το ήξερα. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι,σ’ αγαπώ.

Δίπλα τρώει ο συμπαθής Αντώνης γύρω στα εικοσιένα. Πιάνω κουβέντα γιατί τον πάω·έχει όνειρα σαν τα δικά μας·ξέρει τι του γίνεται, ξέρει τι αξίζει·τα ταξίδια και ο έρωτας. ·

Μου έχει έτοιμο χαρταετό από καλάμια, όλο το νησί θα πετάξει τη Δευτέρα κι εγώ τρελαίνομαι·το Νους Ταριάν μου·μού λείπεις·μέλι.

Καληνύχτα.

 

Μέρα τέταρτη

Τραβώ προς την πίσω πλευρά. Παλιά πέτρινα χωρίσματα χωραφιών και χαμόσπιτα βοσκών. Κάποτε καλλιεργημένα μέρη, τώρα τίποτα…εκτός·κοίτα! 

Πλησιάζω…ναι! Έφτασα τα εικοσιπέντε για να δω να οργώνουν με γαϊδούρια και υνί·δυο παππούδες. Τους μιλώ. Αδέλφια. Ο ένας μόνιμα εδώ ο άλλος ΑΘήνα, παλιός υπάλληλος στη χημική βιομηχανία του Πετζετάκι.Κολατσό: ομελέτα, τυρί, ελιές, ξαπλωτοί και οι τρεις στο χωράφι·ο καιρός χειρότερα.

Ο δρόμος του ενστίκτου με οδηγεί στην άκρη…της γης; Περίπου.

Αδρά βράχια σε παράταξη επίπεδη, υποδέχονται τη θάλασσα σ’εκείνο το σημείο. Τοπίο Κορνουάλης. 

Αλλά πιο πέρα αισθάνομαι βασιλιάς. Κάθομαι στο βραχώδη θρόνο και υποδέχομαι τον αφρό των κυμάτων, έξι-εφτά μέτρα ψηλά·μικρός κόλπος, κόκκινα βράχια και το νερό μια σαπουνάδα·κρατιέμαι και δε βουτάω·σ’ αγαπώ.

Σήμερα θα μπανιαριστώ. Μεγάλη απόφαση με τέτοιο κρύο και ο κυρ-Χρήστο τρόμαξε κυριολεκτικά όταν του τό’πα καθώς πίναμε την καθιερωμένη μεσημεριάτικη μπύρα-σήμερα σκέφτηκα πως ούτε το όνομά μου δεν ξέρει.

Καθαρός πια, ξεκουράζομαι λίγο, ανησυχώ για τον καιρό, αισθάνομαι ότι πρέπει να γυρίσω, το βράδυ ζεστή φασολάδα στην κουζίνα, μαζί με τον Αντώνη, έχω κέφι, μου λες πως με λατρεύεις-καλό αυτό-σου υπόσχομαι δε θα χάσουμε ούτε στιγμή, κάνω έρωτα μαζί σου συνέχεια, θα κάνω έρωτα μαζί σου συνέχεια.

Βραδινό τσάι·ο καιρός μάλλον καλμάρει·μικρός Πρίγκηπας και αλεπού, “αχ εσύ μικρή μου ναζιάρα”, σε σκέφτομαι.

Καληνύχτα.

 

Μέρα πέμπτη

“Καλωσύνη”…Ο καιρός αισθητά καλύτερος·θαλασσοπούλες φλερτάρουν στον αέρα, βουτάνε και διανύουν κάτω από το νερό δέκα μέτρα. Οι φωνές τους ανακατεύονται μ’αυτές των πεινασμένων γλάρων. Η μέρα αξίζει κι εγώ βρίσκομαι πάνω από την αμμουδιά μου*, στην πλευρά τής ρεματιάς·η λύρα αντηχεί παντού·παίζω για τα λουλούδια, για τα έντομα, για το αερά κι, για τη θάλασσα, για κάποιο παραξενεμένο ψαρά και παίζω, παίζω, παίζω μέχρι που αποκάμω.

Ανησυχία·δεν υπάρχει πλοίο·η διάθεσή μου γκρεμίζεται. Θα βρω λύση, πάντα βρίσκω αλλά αργώ·επιτέλους, καΐκι μέχρι τη Νάξο και βαπόρι για Πειραιά·ευτυχώς.

Πιτσιρίκια μάσκαροι, δημοτικά στο ραδιόφωνο, κέφι. Γνωρίζομαι με τον Μιχάλη, τον “φιλόσοφο του νησιού”, αυτοδίδακτο στο μπουζούκι. Με καλεί για ντουέτο, δεν αρνούμαι, μια βαθιά κατσαρόλα γίνεται τουμπελέκι, είναι πολύ καλός, κέφι, χορεύουν μέχρι τη βαθιά νύχτα, στις έντεκα περίπου·εσύ,με βλέπεις και γελάς.

Είσαι ευτυχισμένη-νομίζω-κι εγώ. 

Και ζήσαν κι αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα-ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ένα κόκκινο βρακί…

Καληνύχτα.

 

Μέρα έκτη

Άπνοια·χαμόγελα στα πρόσωπα όλων, αλλά οι αετοί;

Οι πιτσιρικάδες με ξυπνούν νωρίς. Τσάϊ και προσπάθεια για πέταγμα·οι προσευχές δεν πιάνουν·απογοήτευση·εγώ ανυπομονώ, ανυπομονώ να γυρίσω·τα πράγματα έτοιμα.

Κοιτάω από την Παναγιά την αμμουδιά μου με το φως τού πρωϊνού·ήρεμη, καθησυχαστική.

Το μεσημεράκι νοτιάς, ο αετός μου σηκώνεται πρώτος·ψηλά, πολύ ψηλά, πασχίζω, κατευθύνω, αγωνιώ, μού’φυγε,τρέχω, τρέχω, φτάνω στα βράχια, βρίσκω ένα παιδί να κρατά το σπάγγο, γελώ, γελώ, φωνές πρέπει να φεύγουμε, ο αετός δύει αργά, κόβω την καλούμπα, την κρατώ ενθύμιο, τρέχω πίσω, “αυτά θα θυμάσαι…” ο κυρ-Νικήτας, χαιρετώ γρήγορα.

/

Αλμύρα, ήλιος, νερό, πάνω στο καΐκι, καιρός, αναπνέω, ο καιρός αλλάζει συνέχεια, η Μουτσούνα. Νηστίσιμο τσιμπούσι, θαλασσινά, αλλά εγώ ανυπομονώ.

/

Χάνω το βαπόρι της επιστροφής αλλά η διαδρομή μοναδική ως τη Χώρα·βουνά, πεδιάδα, ευλογημένος τόπος και καρναβάλι στο Φιλότι. Γκάϊντες, νταούλια βρίσκομαι εκτός εικοστού αιώνα, ταξιδεύω στον Μεσαίωνα, μπροστά μου υψώνονται κάστρα και στις πανύψηλες κορυφές σε άγιες τοποθεσίες, εκκλησούλες να κοιτούν ανατολή και δύση και το λιμάνι·

ανώμαλη προσγείωση, λάθος τόπος, λάθος χρόνος, άλλος κόσμος, το κεφάλι μου γεμίζει πίκρα και μίσος δεν έπρεπε να περάσω από τη Νάξο.

Περιμένω ώρες. Ευτυχώς κούνια, γύρω-γύρω όλοι και αλογάκια με τον τρομερό Αρμάνδο-δυο παιδάκια σε παιδική χαρά…

Όλο και περισσότερο κρύο·το βαπόρι·ένας φόνος·αστυνομία·κι άλλη καθυστέρηση.

Χριστέ μου δεν αντέχω άλλο, είμαι κουρασμένος.

Ταξίδι γρήγορο·επιτέλους φτάνω.

Η αγκαλιά σου·έρωτας·είμαι πάλι πίσω.

Καλημέρα.

 

*η αμμουδιά μου:εννοώ την παντέρμη τότε παραλία του Κέδρου.

7 Replies to “Δονούσα

    • Θα ανέβω. Το υπόσχομαι και στους δυο μας. (Ήταν λίγο άδειο εδώ ρε χωρίς εσένα.)

Άφησε ένα σχόλιο